Ο τέτανος είναι μια οξεία νευρολογική συνδρομή, συχνά θανατηφόρα,που προκαλείται από νευροεξωτοξίνη η οποία παράγεται στο σημείο της κάκωσης από το κλωστηρίδιο του τετάνου (clostridium tetani). Χαρακτηρίζεται από προοδευτική ακαμψία και τονικούς σπασμούς των σκελετικών μυών του ασθενούς. Το κλωστηρίδιο του τετάνου είναι αυστηρά αναερόβιος, gram θετικός, κινούμενος βάκιλος. Οι βλαστικές μορφές του οργανισμού είναι πολύ ευαίσθητες στη θερμότητα, την απολύμανση και άλλες αντίξοες συνθήκες ενώ τα σπόρια μπορούν να επιβιώσουν στο έδαφος για μήνες ή έτη, είναι πολύ ανθεκτικά στα αντισηπτικά και είναι μετρίως ανθεκτικά στη θερμότητα. Για να
θανατωθούν τα σπόρια απαιτείται βρασμός για τουλάχιστον 4 ώρες ή έκθεση
σε κλίβανο αποστείρωσης για 12 λεπτά σε θερμοκρασία 121 βαθμών C. Το
κλωστηρίδιο του τετάνου μπορεί να διαχωριστεί σε 10 τύπους. Όλοι παράγουν
την μείζονα τοξίνη τετανοσπασμίνη. Επειδή οι παραγόμενες τετανοσπασμίνες
είναι σχεδόν όμοιες αντιγονικά, χρειάζεται μόνο μία αντιτοξίνη για να
αδρανοποιήσει την τετανική τοξίνη που παράγεται από όλα τα στελέχη.
Η τετανοσπασμίνη είναι μια από τις ισχυρότερες μικροβιακές τοξίνες.
Ένα mg τετανοσπασμίνης μπορεί να σκοτώσει 50 με 70 εκατομμύρια ποντίκια. Στις ανεπτυγμένες
χώρες, ο τέτανος έχει καταστεί σπάνια νόσος. Στις Ηνωμένες Πολιτείες
της Αμερικής τα δηλωθέντα κρούσματα μειώθηκαν από 560 το 1947 σε 53
το 1988, ενώ το 1994 αναφέρθηκαν μόνο 36 περιπτώσεις. Αυτή η μείωση
των κρουσμάτων δεν οφείλεται στην εξάλειψη του κλωστηριδίου από το έδαφος
ή την διακοπή της μετάδοσης αλλά είναι αποτέλεσμα της ανοσοποίησης.
Έτσι κάθε περίπτωση τετάνου αντανακλά την αδυναμία του υγειονομικού
συστηματος να προσφέρει ανοσοποίηση. Ο κίνδυνος της νόσου και η αποτελεσματικότητα
της ανοσοποίησης με την ανατοξίνη του τετάνου παρουσιάζονται πολύ καλά
με τις στατιστικές. Κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου
έγιναν 2,7 εκατομμύρια εισαγωγές ασθενών στα στρατιωτικά νοσοκομεία
των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής για τραύματα και κακώσεις, από αυτούς
12 είχαν τέτανο και 5 απεβίωσαν. Μόνο 4 από τους 12 είχαν ολοκληρώσει
το βασικό πρόγραμμα ανοσοποίησης που συμπεριελάμβανε μια ενισχυτική
δόση σε 6 έως 12 μήνες. Ο εμβολιασμός είναι μία δραστική και φθηνή υγειονομική παρέμβαση. Τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι βρίσκόνται σε μεγαλύτερο κίνδυνο ανεπαρκόυς κάλυψης με ανοσοποίηση. Παρά την εντυπωσιακή επιτυχία του προγράμματος ανοσοποίησης στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, το ποσοστό των ανεπαρκώς ανοσοποιηθέντων παιδιών για 6 ασθένειες, μεταξύ των οποίων και ο τέτανος, αυξήθηκε από λιγότερο του 5% στα μέσα της δεκαετίας του '70 σε 80% στο τέλος του 1991. Σε παγκόσμιο επίπεδο η ετήσια επίπτωση του τετάνου υπολογίζεται σε ένα εκατομμύριο περιπτώσεις με το ποσοστό θνησιμότητας να κυμαίνεται από 20Ο% έως πάνω από 50%. Τουλάχιστον οι μισοί θάνατοι από τέτανο συμβαίνουν σε νεογνά. Αυτοί οι θάνατοι μπορούν να προληφθούν με μητρική ανοσοποίηση πριν τον τοκετό. Σε ότι άφορα τους ηλικιωμένους, από τους 107 ασθένείς που παρουσίασαν τέτανο στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής τα έτη 1989 και 1990, οι 63 ήταν ηλικίας, άνω των 60 ετών και από τους 20 ασθενείς που πέθαναν οι 15 ήταν ηλικίας άνω των 60 ετών. Αυτή η κατανομή των κρουσμάτων και των θανάτων από τέτανο στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής υποδηλώνει ανεπαρκή ανοσοποίηση των ηλικιωμένων. Πράγματι ορολογικές εξέτασεις από το 1977 έδειξαν ανεπαρκή επίπεδα κυκλοφορούσης αντί τοξίνης κατά του τετάνου στο 6% με 11% των ενηλίκων ηλικίας 18 έως 39 ετών και στο 49% με 66% των ενηλίκων ηλικίας άνω των 60 ετών. Σε πρόσφατη μελέτη στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής βρέθηκε ότι σχεδόν το 70% τυχαίου δείγματος του πληθυσμού ηλικίας 6 ετών και άνω έχει προστατευτικά επίπεδα αντισωμάτων κατά του τετάνου. Όμως, στα άτομα ηλικίας 60 με 69 ετών το ποσοστό είναι λιγότερο από 50% και στα άτομα ηλικίας 70 ετών και άνω περίπου 30%. Με την τόσο μεγάλη ανησυχία για τους κινδύνους από τις νέες λοιμώξεις που παρουσιάζονται αλλά και την αντίσταση στα αντιβιοτικά, την οποία αναπτύσσουν οι συνήθεις μικροοργανισμοί, είναι λογικό να υπάρχει ικανοποίηση για τις λοιμώξεις που ελέγχονται και έχουν γίνει κλινικά σπάνιες. Όμως, όπως φαίνεται από τα προαναφερθέντα, ο τέτανος, που είναι μια νόσος η οποία μπορεί να προληφθεί, εξακολουθεί να αποτελεί μία απειλή, ακόμα και στις ανεπτυγμένες χώρες, ιδιαίτερα στα ηλικιωμένα άτομα. Θα πρέπει να δοθεί έμφαση στον εμβολιασμό των ηλικιωμένων με τα δεδομένα ότι τα αντισώματα του τετάνου μειώνονται με τον χρόνο. Συνιστάται όλοι οι ενήλικες να κάνουν μια αναμνηστική δόση κάθε 10 έτη, αν και μερικοί πιστεύουν ότι μετά την πρώτη αναμνηστική δόση οι επόμενες θα πρέπει να γίνονται κάθε 20 έτη. Η καλύτερη λύση για τους ενήλικες που δεν έχουν εμβολιαστεί ποτέ φαίνεται να είναι η εφαρμογή του πλήρους αρχικού προγράμματος εμβολιασμού. |