Ψάρι και στεφανιαία νόσος
(28 Φεβρουαρίου 1996)

Υπάρχουν ενδείξεις ότι η κατανάλωση ψαριού ασκεί προστατευτική δράση κατά της στεφανιαίας νόσου, αν και δεν συμφωνούν σε αυτό όλες οι μελέτες. Ως πιθανός μηχανισμός αναφέρεται η ιδιότητα των ωμέγα-3 λιπαρών οξέων, τα οποία περιέχονται στα ψάρια και άλλα θαλασσινά, να μειώνουν τα επίπεδα των VLDL και της χοληστερίνης στο πλάσμα, να επιτείνουν την αγγειοδιαστολή και να μειώνουν την συσσώρευση των αιμοπεταλίων.

Με σκοπό την μελέτη της επιδράσεως της πλούσιας σε ψάρι δίαιτας στην μείωση του κινδύνου για στεφανιαία νόσο, ερευνητές από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής παρακολούθησαν για έξι χρόνια 44.895 υγιείς επαγγελματίες, άνδρες, ηλικίας 40 έως 75 ετών, οι οποίοι ήταν ελεύθεροι καρδιαγγειακής νόσου. Η ομάδα αυτή του πληθυσμού συμπλήρωσε κατά την έναρξη της μελέτης αναλυτικό και ελεγμένο για την αξιοπιστία του διαιτητικό ερωτηματολόγιο, το οποίο επανεκτιμάτο ανά διετία. Τα άτομα χωρίστηκαν σε πέντε ομάδες ανάλογα με την κατανάλωση των ωμέγα-3 λιπαρών οξέων και σε έξι ομάδες ανάλογα με την ποσότητα του ψαριού την οποία έτρωγαν. Κατά την διάρκεια των έξι ετών της παρακολουθήσεως διαπιστώθηκαν 1.543 στεφανιαία επεισόδια, τα οποία αναλύονται ως εξής: 264 θάνατοι από στεφανιαία νόσο, 547 μη θανατηφόρα εμφράγματα του μυοκαρδίου και 732 στεφανιαία by-pass ή αγγειοπλαστικές.

Μετά τη διόρθωση για την ηλικία και διάφορους παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο, δεν παρατηρήθηκε σημαντική συσχέτιση μεταξύ διαιτητικής προσλήψεως των ωμέγα-3 λιπαρών οξέων ή του ψαριού και κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Στους άνδρες οι οποίοι ελάμβαναν την μεγαλύτερη κατά μέσο όρο ποσότητα ωμέγα-3 λιπαρών οξέων (0,58 g ημερησίως), ο σχετικός κίνδυνος για στεφανιαία νόσο δεν διέφερε σημαντικά από τον κίνδυνο των ανδρών με την μικρότερη μέση κατανάλωση (0,07 g ημερησίως). Στους άνδρες, οι οποίοι κατανάλωναν έξι ή περισσότερες μερίδες ψάρι την εβδομάδα ο σχετικός κίνδυνος για στεφανιαία νόσο δεν διέφερε σημαντικά από τον κίνδυνο των ανδρών οι οποίοι κατανάλωναν μία μερίδα τον μήνα ή λιγότερο. Τέλος ο κίνδυνος θανάτου από στεφανιαία νόσο μεταξύ των ανδρών οι οποίοι κατανάλωναν μια οποιαδήποτε ποσότητα ψαριού ήταν μεν χαμηλότερος, αλλά όχι σημαντικά, από τον κίνδυνο των ανδρών οι οποίοι δεν έτρωγαν καθόλου ψάρι, και ο κίνδυνος δεν μειωνόταν όσο αύξανε η ποσότητα του ψαριού που κατανάλωναν.
Οι συγγραφείς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι: αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί η επίδραση διαφόρων παραγόντων οι οποίοι δεν μετρήθηκαν, τα αποτελέσματα αυτά υποδεικνύουν ότι η αύξηση της καταναλώσεως του ψαριού από μία ή δύο μερίδες την εβδομάδα σε πέντε ή έξι δεν μειώνει ουσιαστικά τον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου σε άνδρες οι οποίοι είναι αρχικά ελεύθεροι καρδιαγγειακής νόσου.

Τα αποτελέσματα των Αμερικανών ερευνητών δεν φαίνεται να διαφέρουν ουσιαστικά από τα υπάρχοντα επιδημιολογικά δεδομένα. Σύμφωνα με αυτά, η οποιαδήποτε ευεργετική επίδραση επιτυγχάνεται με μία ή δύο μερίδες την εβδομάδα και η περαιτέρω αύξηση της ποσότητος δεν έχει πλεονεκτήματα. Επίσης, οι παλαιότερες μελέτες καταναλώσεως ψαριού έδειξαν συσχέτιση μάλλον με την θνησιμότητα από στεφανιαία νόσο, παρά με την επίπτωση της μη θανατηφόρου στεφανιαίας νόσου ή τις επεμβάσεις στα στεφανιαία. Είναι δε χαρακτηριστικό
ότι στην μελέτη των Αμερικανών ερευνητών ο κίνδυνος θανάτου από στεφανιαία νόσο ήταν 25% μικρότερος στους άνδρες οι οποίοι έτρωγαν τουλάχιστον μια μικρή ποσότητα ψαριού σε σύγκριση με αυτούς που δεν κατανάλωναν καθόλου ψάρι, αν και η διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική.
Συμπερασματικά, με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα, η μικρή κατανάλωση ψαριού φαίνεται να ωφελεί ενώ η μεγάλη κατανάλωση δεν είναι απαραίτητα καλύτερη. Σε ότι δε αφορά το ιχθυέλαιο, τα υπάρχοντα στοιχεία δεν ενισχύουν την τυφλή χρήση του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να μελετηθεί καλύτερα η επίδραση της πλούσιας σε ψάρι δίαιτας στη μείωση του κινδύνου για στεφανιαία νόσο.