Νεφρός και τρίτη ηλικία (Μέρος Δεύτερο)
(8 Φεβρουαρίου 1995)


Οι νεφροί διαθέτουν πλούσια και ιδιόμορφη αγγείωση, η οποία τους εξασφαλίζει το 20% περίπου της καρδιακής παροχής. Με τη συνεχή σπειραματική διήθηση που διασφαλίζουν τα 2-2,5 εκατομμύρια νεφρικά σπειρώματα του υγιούς ενήλικα, και με τις διαδοχικές σωληναριακές διεργασίες των νεφρώνων, παράγεται το τελικό ούρο, που αντιστοιχεί περίπου στο 1% του πρόουρου και το οποίο διατηρεί έτσι φυσιολογική τη σύνθεση και τον όγκο του πλάσματος. Οι αλλοιώσεις των νεφρικών αρτηριών που παρουσιάζονται με την πάροδο της ηλικίας, επιφέρουν διαταραχή στη νεφρική αιμάτωση, ενώ οι τριχοειδικές άλλοιώσεις προκαλούν διαταραχή και στη σπειραματική διήθηση, δημιουργώντας έτσι δυσμενείς επιπτώσεις στη λειτουργία των νεφρών.

Η ελάττωση της νεφρικής ροής αίματος αρχίζει κανονικά μετά το 40ο έτος της ηλικίας και συνεχίσει να μειώνεται προοδευτικά σε ποσοστό 10% περίπου ανά δεκαετία ζωής. Έτσι, η δραστική ροή πλάσματος από 600-650 ml/min. στην ηλικία των 40 ετών, μειώνεται στα 300 ml/min. περίπου την ενάτη δεκαετία της ζωής. Η δραστική ροή πλάσματος στις γυναίκες είναι, κατά 10% περίπου, μικρότερη των ανδρών και η μείωση της είναι αναλογική με την πάροδο της ηλικίας. Η ελάττωση της νεφρικής ροής αίματος αφορά κυρίως τη φλοιώδη μοίρα και υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν οφείλεται στην απώλεια ιστού, αλλά είναι πιθανώς πρωτοπαθής, προκαλώντας την ατροφία του παρεγχύματος. Η μείωση της νεφρικής αιμάτωσης προέρχεται από τον συνδυασμό της μειωμένης καρδιακής παροχής, που φτάνει το 70% της φυσιολογικής, περίπου στο 70ο έτος της ηλικίας, και των εξαρτωένων από την ηλικία αλλαγών στις αρτηρίες και τα αρτηρίδια του νεφρού.
Με δεδομένη την ελάττωση της νεφρικής αιμάτωσης και τη μείωση του μεγέθους του νεφρού και του αριθμού των σπειραμάτων, δεν είναι παράξενο ότι μειώνεται προοδευτικά με την ηλικία, ο ρυθμός της σπειραματικης διήθησης. Η τιμή της σπειραματικης διήθησης (σε άτομα χωρίς καρδιαγγειακό, νεφρικό ή οξύ νόσημα, από το ιστορικό και τη φυσική εξέταση) μειώνεται προοδευτικά, κατά μέσο όρο 1 ml/min. για κάθε χρόνο ηλικίας, μετά την ηλικία των 40 ετών. Έτσι τα άτομα της τρίτης ηλικίας διαθέτουν σπειραματικη διήθηση αντίστοιχη με 60% έως 70% του φυσιολογικού, ενώ, μετά το 90ο έτος η διήθηση κυμαίνεται μεταξύ 45% και 50%.

Η ελάττωση του ρυθμού της σπειραματικης διήθησης συνεπάγεται μείωση και του συντελεστή νεφρικής κάθαρσης των ουσιών που έχουν αμιγή σπειραματική απέκκριση. Έτσι, ο συντελεστής κάθαρσης της κρεατινίνης, ενώ παραμένει σταθερός μέχρι τα 40 έτη, αρχίζει στη συνέχεια να ελαττώνεται περίπου κατά 8 ml/1,73 m2, ανά δεκαετία ζωής. Παρ' όλα αυτά, η τιμή της κρεατινίνης του ορού αυξάνεται ελαχιστώτατα. Αυτό σημαίνει ότι η παραγωγή της κρεατινίνης του ορού μειώνεται, σχεδόν στην ίδια αναλογία που μειώνεται και η κάθαρση της κρεατινίνης. Η μη αναλογική αύξηση της κρεατινίνης του ορού με την πάροδο της ηλικίας, σε σχέση με τη μείωση της τιμής κάθαρσης της κρεατινίνης, οφείλεται στην προοδευτική μείωση της μυϊκής μάζας του ανθρωπίνου σώματος, με την πάροδο των ετών. Έτσι, η τιμή της κρεατινίνης του ορού, πρέπει να εκτιμάται με ιδιαίτερη προσοχή, όταν πρόκειται να καθαριστούν σε ηλικιωμένα άτομα, οι δόσεις φαρμάκου που αποβάλλονται από τα νεφρά.

Η μείωση των σωληναριακών λειτουργιών στην τρίτη ηλικία, είναι ανάλογη με την ελάττωση του ρυθμού σπειραματικής διήθησης, έτσι ώστε, υπό φυσιολογικές συνθήκες, να μη διαταράσσεται ιδιαίτερα η σπειραματο-σωληναριακή σχέση στα ηλικιωμένα άτομα. Με την πάροδο των ετών παρατηρείται μείωση της συμπυκνωτικής και αραιωτικής ικανότητας των νεφρών και μείωση της κάθαρσης του ελευθέρου ύδατος. Οι μεταβολές αυτές αποδίδονται σε ανακατανομή της νεφρικής αίμάτωσης. Με την πάροδο των ετών μειώνεται η αιμάτωση των φλοικών και αυξάνει η αιμάτωση των παραμυελικών νεφρώνων. Έτσι, η μεγίστη ωσμωτική πυκνότητα των ούρων, στην ηλικία των 35 ετών είναι 1.100 mosm/1, στα 50 έτη 1.050 mosm/1 και στα 70 περιορίζεται στα 880 mosm/1. Επίσης, κατά την τρίτη ηλικία, παρατηρείται μία μικρού βαθμού κατακράτηση του καλίου, που αντιστοιχεί στο ποσοστό της έκπτωσης του ρυθμού της σπειραματικής διήθησης, κάτι το οποίο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν χορηγούνται φάρμακα, που μπορούν να προκαλέσουν υπερκαλιαιμία στους ηλικιωμένους. Ακόμα, ενώ η οξεοβασική ισορροπία διατηρείται σε ικανοποιητικά επίπεδα κατά την τρίτη ηλικία, είναι δυνατόν οι νεφροί των ηλικιωμένων ατόμων να μη μπορούν να διατηρήσουν φυσιολογικά το ρΗ και τη συγκέντρωση των διττανθρακικών στο αίμα, μετά από, έστω και σχετικά μικρό, όξινο ή αλκαλικό φορτίο.

Τέλος, με την πάροδο των ετών, οι νεφροί εμφανίζαυν βαθμιαία μείωση και της ενδοκρινικής τους λειτουργίας, κάτι το οποίο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό, π. χ. της δραστικότητας της ρινίνης, σε άτομα της τρίτης ηλικίας. Η δε, μικρού βαθμού, κατακράτηση ταυ φωσφόρου που παρατηρείται, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε ελαττωμένη νεφρική υδροξυλίωση της βιταμίνης D3 και επίταση της οστικής ευπάθειας, που παρατηρείται στα ηλικιωμένα άτομα.
Συμπερασματικά: η γήρανση των νεφρών δεν αποτελεί καθεαυτή νόσο, αλλά μία εξελισσόμενη νεφρική διεργασία, όταν ο άνθρωπος πλησιάζει προς το φυσιολογικό του τέλος. Η έκπτωση της αυτορρυθμιστικής ικανότητας των νεφρών, καθιστά τα άτομα της τρίτης ηλικίας επιρρεπή σε ποικίλου βαθμού παθοφυσιολογικές διαταραχές, που μπορούν να φτάσουν μέχρι και τη νεφρική ανεπάρκεια, όταν συνυπάρξουν με διάφορες παθολογικές καταστάσεις. Η πρόληψη αυτών των καταστάσεων, η έγκαιρη διάγνωση και η ορθολογική αντιμετώπισή τους, χωρίς τη χρησιμοποίηση νεφροτοξικών φαρμάκων ή βλαπτικών χειρισμών, αποτελούν το βασικό μέλημα του γιατρού.