1.
Ορισμός - Συχνότητα 2.
Αιτιολογία - Παθογένεια Η πλούσια
σε ζωικές πρωτεΐνες δίαιτα αυξάνει την απέκκριση ασβεστίου, οξαλικών
και ουρικού οξέος στα ούρα, ενώ παράλληλα μειώνει το pH και την απέκκριση
κιτρικών, συνθήκες που αυξάνουν τον κίνδυνο δημιουργίας λίθων. Η σημασία
της διαιτητικής προσλήψεως ασβεστίου αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο
και θεωρείται ότι μεγαλύτερη σημασία από την πρόσληψη ασβεστίου ή οξαλικών
έχει η μεταξύ τους σχέση στην διατροφή, η οποία και καθορίζει και τον
ρυθμό απορροφήσεως των οξαλικών από το έντερο. Ο σημαντικότερος, πάντως,
παράγοντας κινδύνου για την δημιουργία λίθων του ουροποιητικού συστήματος
είναι ο μειωμένος όγκος των ούρων λόγω μειωμένης προσλήψεως υγρών, αφού
έτσι είναι δυνατόν να δημιουργηθούν συνθήκες υπερκορεσμού των διαφόρων
λιθογόνων ουσιών, ακόμα και με φυσιολογικές τιμές απεκκρίσεως τους. Οι θεωρίες
οι οποίες διατυπώθηκαν κατά καιρούς για την ερμηνεία της παθογένειας
της νεφρολιθιάσεως είναι αυτές της οργανικής μητρικής ουσίας, του υπερκορεσμού,
των ανασταλτών και των προαγωγών ουσιών. Η θεωρία
της οργανικής μητρικής ουσίας δέχεται ότι οργανικές ουσίες των ούρων,
κυρίως πρωτεΐνες και βλεννοπρωτεΐνες, λειτουργούν ως μητρική ουσία,
πάνω στην οποία σχηματίζεται ο λίθος. Η οργανική μητρική ουσία αποτελεί
το 2 - 6% περίπου του ξηρού βάρους των λίθων ασβεστίου και πολύ μεγαλύτερο
ποσοστό στους λίθους λοιμώξεως. Βρίσκεται μέσα στους κρυστάλλους αλλά
και στους μεταξύ τους χώρους, φαίνεται δε να έχει διάφορους ρόλους. Για τους λίθους από άλατα ασβεστίου, οι οποίοι αποτελούν και την πλειοψηφία, είτε ως αμιγείς, είτε ως μικτοί, η παθογένεια είναι περίπλοκη. Οι ουσίες οι οποίες ευθύνονται είναι κυρίως το ασβέστιο και τα οξαλικά. Η αυξημένη αποβολή ασβεστίου στα ούρα ευνοεί την καθίζηση κρυστάλλων οξαλικού ή φωσφορικού ασβεστίου. Έτσι, ένα ποσοστό 30 - 40% των ασθενών με λιθίαση ασβεστίου παρουσιάζουν υπερασβεστιουρία (δηλαδή αποβολή ασβεστίου πάνω από 4 mg/kg σωματικού βάρους το 24ωρο, εφ' όσον η πρόσληψη κυμαίνεται γύρω στα 1.000 mg / 24ωρο). Για τους λίθους από φωσφορικό ασβέστιο, εκτός από την αυξημένη απέκκριση ασβεστίου, ο υπερκορεσμός των ούρων επηρεάζεται ιδιαίτερα από τις μεταβολές του pH, αφού η διαλυτότητα του ελαττώνεται όσο αυξάνει το τελευταίο. Η υπερασβεστιουρία σε ένα μικρό ποσοστό είναι δευτεροπαθής με υπερασβεστιαιμία, όπως στον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, τον υπερθυρεοειδισμό, την υπερβιταμίνωση D, τις περιπτώσεις εξωνεφρικής συνθέσεως της 1,25 (ΟΗ)2D3 (σαρκοείδωση, άλλες κοκκιωματώδεις νόσοι, λεμφώματα κ.α.), την αυξημένη οστική απορρόφηση που προκαλείται από διάφορες κακοήθεις νόσους, την ακινητοποίηση στην κλίνη κ.λ.π. Δευτεροπαθής υπερασβεστιουρία αλλά χωρίς υπερασβεστιαιμία παρατηρείται στην νεφρική σωληναριακή οξέωση τύπου Ι. Στο μεγαλύτερο
ποσοστό η υπερασβεστιουρία είναι ιδιοπαθής, ίσως με κάποιο οικογενή
χαρακτήρα και χωρίζεται σε επιμέρους κατηγορίες, ανάλογα με τον υποκείμενο
παθοφυσιολογικό μηχανισμό. Ως παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί της ιδιοπαθούς
υπερασβεστιουρίας θεωρούνται η αυξημένη εντερική απορρόφηση, είτε μέσω
βιταμίνης D είτε ανεξάρτητα από αυτήν, η πρωτοπαθής νεφρική απώλεια
ασβεστίου, η οποία θα μπορούσε, μέσω διεγέρσεως των παραθυρεοειδών αδένων,
να οδηγήσει και αυτή σε "εντερογενή" υπερασβεστιουρία λόγω
αυξημένης συνθέσεως 1,25 (ΟΗ)2D3 καθώς και διάφοροι διαιτητικοί παράγοντες
όπως η αυξημένη πρόσληψη νατρίου, βιομηχανοποιημένων σακχάρων και ζωικών
πρωτεϊνών. Δεδομένου
δε ότι το ένζυμο αυτό υπάρχει και στα άπω νεφρικά σωληνάρια, είναι ενδεχόμενο
κάποιο γενετικό στοιχείο να ρυθμίζει την ταχύτερη μεταφορά του ασβεστίου,
τόσο στην ερυθροκυτταρική μεμβράνη των ασβεστιουρικών, όσο και στη μεμβράνη
των νεφρικών σωληναρίων και των εντερικών επιθηλιακών κυττάρων. Τα οξαλικά
απορροφώνται από το έντερο πάντοτε σε συνάρτηση με το ασβέστιο της τροφής.
Η άθροιση των λιπαρών οξέων στο έντερο λόγω δυσαπορροφήσεως τους και
η σαπωνοποίηση τους με ασβέστιο οδηγεί σε μείωση του εντερικού ασβεστίου
που θα ενωνόταν με οξαλικά για τον σχηματισμό δυσαπορρόφητου οξαλικού
ασβεστίου, με αποτέλεσμα αυξημένα ποσά οξαλικών να παραμένουν ενδοαυλικά,
διαθέσιμα για απορρόφηση. Τέλος, η ανεπάρκεια πυριδοξίνης οφειλομένη
είτε σε ανεπαρκή πρόσληψη, είτε σε ανεπαρκή απορρόφηση θα μπορούσε να
ευθύνεται για ένα ποσοστό ασθενών με ήπια υπεροξαλουρία. Η πυριδοξίνη
δρα στην διαμίνωση του γλυκοξυλικού σε γλυκίνη και η ανεπάρκεια της
έχει συσχετισθεί με οξαλική λιθίαση. Για την ιδιοπαθή λιθίαση ασβεστίου φαίνεται ότι μεγάλη σημασία έχουν οι μικρές ή και παροδικές αυξήσεις των οξαλικών οτα ούρα, οι οποίες δημιουργούν συνθήκες υπερκορεσμού μεγαλύτερες από όσο ισοδύναμες αυξήσεις του ασβεστίου. Η δίαιτα δεν αρκεί μόνη για να εξηγήσει την ήπια αυτή υπεροξαλουρία. Υπάρχουν ενδείξεις, οι οποίες πιθανολογούν αυξημένη εντερική απορρόφηση και άλλες που υποδεικνύουν ότι ενδεχομένως μια ομάδα λιθιασικών εκκρίνει περισσότερα οξαλικά από ότι οι φυσιολογικοί. Πρόσφατα στοιχεία ενισχύουν την άποψη ότι η διακίνηση των οξαλικών μέσω της μεμβράνης των ερυθροκυττάρων είναι αυξημένη στους ασθενείς με ιδιοπαθή λιθίαση οξαλικού ασβεστίου, σε σύγκριση με τα φυσιολογικά άτομα. Η ταχύτερη εντερική απορρόφηση των οξαλικών στους ασθενείς με υψηλή διακίνηση και η παρατήρηση ότι οι γλυκοζαμινογλυκάνες μπορούν ταυτόχρονα να αναστείλουν την διακίνηση των οξαλικών στα ερυθροκύτταρα και να μειώσουν την αποβολή τους στα ούρα, τονίζουν έμμεσα την παθοφυσιολογική σημασία αυτών των διαταραχών. Αν και ο υπερκορεσμός αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, δεν αρκεί μόνος για να εξηγήσει την παθογένεια της λιθιάσεως ασβεστίου, αφ' ενός γιατί ούρα υπερκορεσμένα με φωσφορικό ή οξαλικό ασβέστιο αποβάλλουν συχνά και φυσιολογικά άτομα και αφ' ετέρου επειδή σε ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό λιθιασικών δεν διαπιστώνεται κάποια ανωμαλία, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπερκορεσμό. Έτσι, δημιουργήθηκε η ιδέα της παρουσίας στα ούρα ανασταλτών, δηλαδή ουσιών οι οποίες προστατεύουν από τον σχηματισμό λίθων. Οι ουσίες αυτές, οι οποίες δρουν στις διάφορες φάσεις σχηματισμού των λίθων, είναι διαφορετικές, όπως επίσης είναι διαφορετικές ή σε διαφορετικό ποσοστό αποτελεσματικές για το κάθε άλας. Για παράδειγμα, το μαγνήσιο και τα κιτρικά δρουν μεν ως ανασταλτές, αλλά παράλληλα μειώνουν και τον υπερκορεσμό, σχηματίζοντας συμπλοκές ενώσεις, το μεν μαγνήσιο με τα οξαλικά, τα δε κιτρικά με το ασβέστιο. Οι ανασταλτές έχουν αποτελέσει αντικείμενο επισταμένης έρευνας τα τελευταία χρόνια και πολλές φορές τα αποτελέσματα των μελετών είναι αλληλοσυγκρουόμενα. Επίσης, ενώ υπάρχει σαφής διαφορά στην ανασταλτική δραστικότητα των ούρων μεταξύ λιθιασικών και φυσιολογικών ατόμων και παρ' ότι πειραματικά έχει αποδειχθεί η ανασταλτική δραστικότητα των διαφόρων ανασταλτών, οι περισσότερες έρευνες δε μπόρεσαν να αποδείξουν διαφορές στην απέκκριση τους μεταξύ των δύο ομάδων. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε αλληλεπίδραση, σε μεθοδολογικές ατέλειες ή στην ύπαρξη ποιοτικών και όχι ποσοτικών διαφορών. Τέλος, υπάρχουν ενδείξεις ότι στους λιθιασικούς το μειονέκτημα της συνθέσεως των γλυκοαμινογλυκανών δεν περιορίζεται στο ουροποιητικό. Είναι λοιπόν ενδεχόμενο οι μεγαλομοριακές αυτές ενώσεις να μη δρουν μόνο στα ούρα αναστέλλοντας την κρυστάλλωση του οξαλικού ασβεστίου, αλλά και σε κυτταρικό επίπεδο εμποδίζοντας την ταχεία διακίνηση των οξαλικών. Εκτός από
τους ανασταλτές, υπάρχουν στα ούρα ουσίες, οι οποίες προάγουν την κρυστάλλωση
του οξαλικού ασβεστίου δρώντας ενδεχομένως ως αντιανασταλτές, όπως η
βλεννοπρωτεΐνη Tamm-Horsfall που ανταγωνίζεται τους πολυανικούς ανασταλτές.
Η ίδια πρωτεΐνη μπορεί να δρα και ανασταλτικά στην κρυστάλλωση. Το ουρικό
φαίνεται να προάγει την κρυστάλλωση του οξαλικού ασβεστίου, με μηχανισμούς
οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο αμφισβητήσεων. Πρόσφατα στοιχεία αφήνουν
να διαφανεί ότι η υπερουρικουρία στους ασθενείς με λιθίαση οξαλικού
ασβεστίου μπορεί να οφείλεται σε διαταραχή της κυτταρικής μεταφοράς
του ουρικού και, έτσι, ενισχύεται η υπόθεση ότι η ιδιοπαθής λιθίαση
ασβεστίου είναι μεταβολική πάθηση, η οποία χαρακτηρίζεται από διαταραχές
στην κυτταρική μεταφορά των ανιόντων. 3.
Κλινική εικόνα 4.
Διαγνωστική προσπέλαση Επιπλέον θα πρέπει να ληφθούν πληροφορίες σχετικά με τις διαιτητικές συνήθειες, την λήψη υγρών, την υπερβολική πρόσληψη τροφών που ενέχονται στην δημιουργία νεφρολιθιάσεως και όλων των φαρμάκων που έχουν χρησιμοποιηθεί. Από πλευράς εργαστηριακού ελέγχου αίματος είναι χρήσιμο να διερευνηθούν ορισμένα συστηματικά προβλήματα που συμπεριλαμβάνουν τον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό (υψηλό ασβέστιο και χαμηλός φωσφόρος ορού), τη νεφρική απώλεια φωσφόρου (υποφωσφαταιμία), το ενδεχόμενο ουρικής διαθέσεως (υπερουριχαιμία) και της νεφρικής σωληναριακής οξεώσεως τύπου Ι (χαμηλό κάλιο και διοξείδιο του άνθρακος, υψηλό χλώριο). Η εξέταση των ούρων θα πρέπει να περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του pH των ούρων (pH μεγαλύτερο του 7,5 είναι συμβατό με λίθους λοιμώξεως, ενώ pH κάτω από 5,5 μπορεί να υποδηλώνει ουρική λιθίαση), τον έλεγχο του ιζήματος για κρυστάλλους και την καλλιέργεια ούρων. Καλλιέργειες θετικές για μικροοργανισμούς οι οποίοι διασπούν την ουρία (Proteus, Pseudomonas και Klebsiella) υποδεικνύουν λίθους λοιμώξεως. Επίσης, τα ούρα θα πρέπει να εξετάζονται για την παρουσία κυστίνης με ποιοτική μέθοδο. Απλή ακτινογραφία νεφρών και νεφροτομογραφιες είναι σκόπιμο να γίνουν για την ανεύρεση λίθων. Ο βαθμός της ακτινοσκιερότητας μπορεί να υποδείξει και τον τύπο του λίθου. Αν και οι λίθοι λοιμώξεως και κυστίνης είναι συχνά ακτινοσκιεροί, δεν είναι τόσο πυκνοί όπως οι λίθοι οξαλικού ή φωσφορικού ασβεστίου. Η απλή ακτινογραφία νεφρών είναι ακόμη χρήσιμη για την απεικόνιση της νεφρασβεστώσεως και των κοραλιοειδών λίθων. Ενδοφλέβια πυελογραφία είναι δυνατόν να απαιτηθεί για την ανάδειξη των ακτινοδιαβατών λίθων και την αναγνώριση ανατομικών ανωμαλιών, οι οποίες μπορεί να είναι υπεύθυνες για την δημιουργία των λίθων. Τελικώς,
όλοι οι διαθέσιμοι λίθοι θα πρέπει να εξετάζονται για τον προσδιορισμό
της κρυσταλλικής τους συστάσεως. Η παρουσία κρυστάλλων ουρικού ή κυστίνης
υποδηλώνει την παρουσία ουρικής διαθέσεως ή κυστινουρίας αντίστοιχα.
Η ανεύρεση ανθρακικού απατίτη ή εναμμωνίου φωσφορικού μαγνησίου υποδηλώνει
λίθο λοιμώξεως. Η επικράτηση του υδροξυ-απατίτη είναι δηλωτική της παρουσίας
σωληναριακής οξεώσεως τύπου Ι ή πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού. Τέλος,
λίθοι οι οποίοι αποτελούνται αποκλειστικά ή καθ' υπεροχήν από οξαλικό
ασβέστιο είναι λιγότερο χρήσιμοι διαγνωστικά, αφού μπορεί να απαντώνται
σε διάφορες οντότητες, που συμπεριλαμβάνουν την απορροφητική και τη
νεφρική υπερασβεστιουρία, την υπερουρικουρία, την εντερική υπεροξαλουρία,
την υποκιτρουρία και το μειωμένο όγκο ούρων. Κατά την πρώτη επίσκεψη πρέπει να λαμβάνεται πλήρες ιατρικό ιστορικό, να γίνεται λεπτομερής φυσική εξέταση, να λαμβάνεται αναλυτικό ιστορικό των διαιτητικών συνηθειών, της λήψεως υγρών και της χρήσεως φαρμάκων. Επίσης, είναι απαραίτητος ο ακτινολογικός έλεγχος με ενδοφλέβια πυελογραφία, ενώ κάθε λίθος ο οποίος έχει αποβληθεί πρέπει να στέλνεται για ποσοτική κρυσταλλογραφική ανάλυση. Οι εξετάσεις αίματος κατά την πρώτη επίσκεψη περιλαμβάνουν ασβέστιο, φώσφορο, αλκαλική φωσφατάση, νάτριο, κάλιο, χλώριο, διοξείδιο του άνθρακα, κρεατινίνη και ουρικό οξύ. Θα πρέπει ακόμα να γίνονται δύο ξεχωριστές συλλογές ούρων 24ώρου υπό συνήθη δίαιτα για τον προσδιορισμό ασβεστίου, ουρικού, κρεατινίνης, νατρίου, οξαλικών, κιτρικών, pH και συνολικού όγκου. Απλή ποιοτική ανάλυση για κυστίνη είναι αρκετή κατά τον αρχικό έλεγχο για κυστινουρία. Στη συνέχεια, ο ασθενής θα πρέπει να ακολουθήσει τουλάχιστον για 7 ημέρες και πριν τη δεύτερη επίσκεψη περιοριστική δίαιτα. Οι διαιτητικοί περιορισμοί περιλαμβάνουν 400 mg ασβεστίου, 100 mEq Νατρίου και 50 mg οξαλικών ημερησίως. Είναι χρήσιμο ο ασθενής να εφοδιάζεται με λίστα τροφίμων που επιτρέπονται και τροφίμων που απαγορεύονται. Γενικά, οι ασθενείς θα πρέπει να απέχουν από γαλακτοκομικά προϊόντα και τροφές που περιέχουν μεγάλες ποσότητες άλατος. Κατά την δεύτερη επίσκεψη, ο ασθενής θα πρέπει να έχει συλλέξει τα ούρα του προηγούμενου 24ωρου υπό την περιοριστική δίαιτα για ασβέστιο, νάτριο και οξαλικά. Τα ούρα θα εξετασθούν για ασβέστιο, ουρικό, κρεατινίνη, νάτριο, οξαλικά, κιτρικά, pH και ολικό όγκο. Επίσης, πρέπει να λαμβάνεται δείγμα αίματος για τον έλεγχο όλων των παραμέτρων, όπως και κατά την πρώτη επίσκεψη, και για παραθορμόνη. Τέλος, είναι σκόπιμο να πραγματοποιείται μελέτη "νηστίας και φορτίσεως με ασβέστιο" το πρωί της δεύτερης επισκέψεως. Με τον
προαναφερθέντα έλεγχο των δύο επισκέψεων, οι ασθενείς είναι δυνατόν
να καταταχθούν αιτιολογικά σε μία από τις κατηγορίες λιθιασικών που
κάθε μία αντανακλά διαφορετική υποκείμενη μεταβολική διαταραχή. Αυτές
συμπεριλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, για τους λίθους ασβεστίου την απορροφητική
υπερασβεστιουρία, τη νεφρική υπερασβεστιουρία, τον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό,
την υπερουρικουρία, την υπεροξαλουρία και την υποκιτρουρία, ενώ για
τους μη ασβεστώδεις λίθους την ουρική διάθεση, την κυστινουρία και τους
λίθους λοιμώξεως. Ο ακριβής χρόνος της διαγνωστικής εκτιμήσεως, μετά
χειρουργική επέμβαση, εξωσωματική λιθοτριψία ή λιθιασικό επεισόδιο εξαρτάται
από διάφορους παράγοντες, που περιλαμβάνουν την ένδειξη αποφράξεως,
τη λοίμωξη, το νεφρικό κωλικό και τη βλάβη του νεφρικού παρεγχύματος.
Είναι σκόπιμο να αναβάλλεται η πλήρης διαγνωστική εκτίμηση για τουλάχιστον
ένα μήνα μετά την αντιμετώπιση της ουρητηρικής αποφράξεως ή της λοιμώξεως
ή μετά τη διαδικασία απομακρύνσεως του λίθου. 5.
Πρόγνωση - Βασική θεραπευτική αγωγή Τέλος,
η λαπαροσκοπική οδός μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις
λιθιάσεως της πυέλου και του ουρητήρα, όπου μπορεί να επιτύχει και λύση
των συμφύσεων από περιουρητηρίτιδα. Σε ασθενείς με λιθίαση ασβεστίου από υπερασβεστιουρία θα πρέπει να περιορίζονται οι ζωικές πρωτεΐνες, το αλάτι και τα βιομηχανοποιημένα σάκχαρα, αφού αυξάνουν την αποβολή ασβεστίου στα ούρα. Αντίθετα, οι τροφές που περιέχουν φυτικές ίνες μειώνουν την εντερική απορρόφηση ασβεστίου, αφού τα φυτικά οξέα δεσμεύουν το ασβέστιο και αυξάνουν την κινητικότητα του εντέρου. Η πλούσια σε πρωτεΐνες δίαιτα, εκτός της αυξήσεως της αποβολής του ασβεστίου, προκαλεί και αυξημένη αποβολή οξαλικών και ουρικού στα ούρα, ενώ παράλληλα μειώνει το pH και την απέκκριση κιτρικών, συνθήκες που αυξάνουν τον κίνδυνο δημιουργίας λίθων οξαλικού ασβεστίου και ουρικού. Η πλούσια σε νάτριο δίαιτα συμβάλλει στην αύξηση της ασβεστιουρίας, τόσο γιατί τα δύο αυτά ιόντα μοιράζονται κοινές θέσεις επαναρροφήσεως στο σωληνάριο, όσο και γιατί η έκπτυξη του εξωκυττάριου χώρου που δημιουργεί συμβάλλει στην αυξημένη απέκκριση ασβεστίου. Ο μεγάλος περιορισμός του ασβεστίου της τροφής θα πρέπει να αποφεύγεται αφού μπορεί να οδηγήσει σε υπεροξαλουρία από αυξημένη εντερική απορρόφηση οξαλικών. Σε περιπτώσεις
οξαλικής λιθιάσεως με εντερική υπεροξαλουρία θα πρέπει να περιορίζονται
τα πράσινα λαχανικά, οι σοκολάτες, το κακάο, το τσάι, τα καρύδια και
γενικώς να αποφεύγεται η μεγάλη κατανάλωση φρούτων και σαλατών. Σε περίπτωση
υποτροπιάζουσας λιθιάσεως ασβεστίου με μεγάλη μεταβολική δραστηριότητα
(υπερασβεστιουρία, υπεροξαλουρία, υποκιτρουρία κ.λ.π.), η οποία δεν
ανταποκρίνεται στη συντηρητική αγωγή, προστίθεται φαρμακευτική θεραπεία. Στην απορροφητική
υπερασβεστιουρία (τύπου II), η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να μην είναι
απαραίτητη, συνήθως αρκεί η αυξημένη πρόσληψη υγρών και η μείωση του
ασβεστίου της τροφής. Στη νεφρική υπερασβεστιουρία φάρμακο εκλογής θεωρούνται
οι θειαζίδες. Για την πρόληψη της υποκαλιαιμίας συνιστάται η χορήγηση
κιτρικού καλίου. Στη νεφρική απώλεια φωσφόρου έχουν χρησιμοποιηθεί τα
ορθοφωσφορικά, τα οποία μειώνουν το ασβέστιο ούρων, πιθανώς με απευθείας
επίδραση στη σωληναριακή επαναρρόφηση, δεσμεύουν το ασβέστιο στο έντερο
αλλά αυξάνουν σημαντικά το φωσφόρο των ούρων. Σε υπερασβεστιουρία από
πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό η παραθυρεοειδεκτομή είναι η ιδανική
θεραπεία, ενώ σε σωληναριακή οξέωση τύπου Ι η χορήγηση κιτρικού καλίου
βελτιώνει την οξέωση, την υποκαλιαιμία, την υπερασβεστιουρία και την
υποκιτρουρία. Στη νεφρολιθίαση από υπερασβεστιουρία έχουν ακόμη χρησιμοποιηθεί,
με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα, αντιπροσταγλανδικά φάρμακα (μη στεροειδή
αντιφλεγμονώδη, ιχθυέλαια, φυτικά έλαια) και ανταγωνιστές ασβεστίου. Για τη
λιθίαση ασβεστίου έχουν επίσης δοκιμασθεί διάφορες άλλες ουσίες (πίτουρα,
θειοθειικό νάτριο) αλλά τελευταία το ενδιαφέρον έχει στραφεί και προς
την αύξηση της ανασταλτικής δραστικότητας των ούρων με πολυανιόντα όπως
το sodium pentosan polysulfate, ημι-συνθετικό πολυανιόν παρόμοιο με
την ηπαρίνη, ένα παράγωγο συγγενές της γλυκοζαμινογλυκάνης δερματάνης
η νεφροκαλσίνη κ.α. Σε ασθενείς με λίθους ουρικού οξέος, εκτός από την αύξηση του όγκου των ούρων, συνιστάται περιορισμός των τροφών με ζωικές πρωτεΐνες και πουρίνες, γιατί αυξάνουν την αποβολή ουρικού οξέως στα ούρα και μειώνουν το pH τους. Επίσης, οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να αποφεύγουν φάρμακα τα οποία προκαλούν αύξηση του ουρικού στα ούρα (προβενεσίδη, ασπιρίνη). Οι λίθοι του ουρικού οξέος με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή είναι δυνατόν να διαλυθούν εάν δεν έχουν καλυφθεί από άλατα ασβεστίου. Ο βασικός σκοπός της θεραπευτικής αντιμετωπίσεως των ασθενών με ουρική διάθεση είναι η αύξηση του pH των ούρων πάνω από 5,5 και κατά προτίμηση περίπου στο 6,5-6,8. Για τον σκοπό αυτό προτιμάται το κιτρικό κάλιο, το οποίο είναι ικανό να διατηρήσει το pH των ούρων περίπου στο 6,5-6,8 με δύο ή τρεις δόσεις ημερησίως, θα πρέπει να αποφεύγεται η αλκαλοποίηση των ούρων σε pH άνω του 7,0, γιατί τότε υπάρχει πιθανότητα καθιζήσεως φωσφορικού ασβεστίου (υδρόξυ - απατίτης) και κατά συνέπεια αυξημένος κίνδυνος δημιουργίας λίθων ασβεστίου. Για την αλκαλοποίηση των ούρων έχει ακόμα χρησιμοποιηθεί η ακεταζολαμίδη, το διττανθρακικό νάτριο και το κιτρικό νάτριο. Στην αγωγή προστίθεται αλλοπουρινόλη, ιδίως όταν η υπερουρικουρία είναι υψηλή ή συνυπάρχει υπερουριχαιμία. Σε ασθενείς
με νεφρολιθίαση από κυστινουρία, σκοπός της θεραπείας είναι η μείωση
της συγκεντρώσεως της κυστίνης κάτω από το όριο διαλυτότητας. Το αρχικό
θεραπευτικό πρόγραμμα περιλαμβάνει τη μεγάλη πρόσληψη υγρών με σκοπό
την διατήρηση της διουρήσεως πάνω από 3 L / 24ωρο και τη χορήγηση κιτρικού
καλίου, για να ανέβει το pH των ούρων πάνω από 7,0. Η διαλυτότητα της
κυστίνης αυξάνει απότομα καθώς το pH ανέρχεται από το 7,0 στο 8,0. Έτσι,
η αλκαλοποίηση των ούρων σε συνδυασμό με την αύξηση του όγκου τους βοηθούν
σημαντικά στη διατήρηση της κυστίνης σε διάλυση. Σε ότι αφορά τη διαιτητική
αντιμετώπιση, αυτή είναι δύσκολη και οι διάφορες προσπάθειες με δίαιτες
χαμηλής μεθειονίνης (περιέχουν μειωμένη ποσότητα του προδρόμου της κυστίνης)
έδειξαν ότι δε μειώνουν σημαντικά την παραγωγή κυστίνης. Επιπλέον, οι
δίαιτες αυτές δεν είναι πρακτικά εφαρμόσιμες, αφού σχεδόν όλες οι ζωικές
πρωτεΐνες περιέχουν μεθειονίνη. Ουσιαστικά αποκλείονται από τη διατροφή
τα ψάρια και τα αυγά. Η φαρμακευτική θεραπεία περιλαμβάνει τη χορήγηση
D - πενικιλλαμίνης, α - μερκαπτοπροπιονυλγλυκίνης (Thiola) και τελευταία
καπτοπρίλη, της οποίας το δισουλφίδιο με κυστεΐνη είναι 4 φορές ισχυρότερο
από το δισουλφίδιο της με την D - πενικιλλαμίνη. Η τελευταία είναι ιδιαίτερα
τοξική και μπορεί να προκαλέσει πυρετό, εξανθήματα, λευκοπενία, θρομβοπενία
και νεφρωσικό σύνδρομο. Αντίθετα, η α - μερκοπτοπροπιονυλγλυκίνη είναι
λιγότερο τοξική, ενώ για την καπτοπρίλη απαιτείται μεγαλύτερη εμπειρία.
Συμπερασματικά, η θεραπευτική αγωγή μπορεί μερικές φορές να οδηγήσει
σε διάλυση των λίθων κυστίνης που δεν προκαλούν απόφραξη, αλλά συχνότερα
μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην πρόληψη της μεγεθύνσε-ως των
λίθων και τη δημιουργία νέων. Βιβλιογραφία 1.
Βιρβιδάκης Κ. Παθογένεια νεφρολιθίαοης. Νεφρολιθίααη, συζήτηση στρογγυλής
τραπέζης. Ελληνική Νεφρολογία, 1996:8:210-215. |