1.
Ορισμός - Συχνότητα - Αιτιολογία -Παθογένεια Οι κυριότερες
παθήσεις που μπορούν να προκαλέσουν ΧΝΑ είναι τα πρωτοπαθή νεφρικά νοσήματα
(σπειραματοπάθειες, διάμεσες νεφροπάθειες), οι συστηματικές παθήσεις
(αρτηριακή υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης, κολλαγονώσεις κ.λ.π.) και
οι συγγενείς νεφρικές παθήσεις (πολυκυστική νόσος των νεφρών, σύνδρομο
Alport κ.λ.π.). Η χρόνια σπειραματονεφρίτιδα αποτελεί στην Ελλάδα την
προεξάρχουσα αιτία τελικού σταδίου ΧΝΑ (ΤΣΧΝΑ) και ακολουθούν η άγνωστη
νεφροπάθεια, η χρόνια διάμεση νεφροπάθεια και η διαβητική νεφροπάθεια.
Στην Ευρώπη, η χρόνια σπειραματονεφρίτιδα αποτελεί την πρώτη αιτία ΤΣΧΝΑ
και ακολουθούν η χρόνια διάμεση νεφροπάθεια, η άγνωστη νεφροπάθεια και
η διαβητική νεφροπάθεια. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η διαβητική
νεφροπάθεια είναι αίτιο ΤΣΧΝΑ στο ένα τρίτο περίπου των ασθενών και
ακολουθούν η υπερτασική σπειραματοσκλήρυνση, η χρόνια σπειραματονεφρίτιδα
και η άγνωστη νεφροπάθεια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αφού κάθε πάθηση
μπορεί να εξελίσσεται με διαφορετικό ρυθμό, η σχετική συχνότητα της
στους ασθενείς σε ΤΣΧΝΑ δεν αντανακλά υποχρεωτικά και τη σχετική συχνότητα
στους ασθενείς πριν το ΤΣΧΝΑ, που αποτελούν και την μεγάλη πλειοψηφία. Ο νεφρός
έχει κεντρικό ρόλο στην ρύθμιση του ενδοκυττάριου και του εξωκυττάριου
περιβάλλοντος και η νεφρική νόσος μπορεί να προκαλέσει σημαντικές διαταραχές,
αποδιοργανώνοντας κάθε ζωντανό κύτταρο του σώματος. Ο νεφρός όχι μόνο
διηθεί τα άχρηστα προϊόντα αλλά ρυθμίζει επίσης το νερό και την ηλεκτρολυτική
σύνθεση του εξωκυττάριου υγρού. Ο νεφρός ενεργεί ακόμα και ως ενδοκρινές
όργανο, συμμετέχοντας στη ρύθμιση των ερυθροκυττάρων με την ερυθροποιητίνη
και στην ρύθμιση του μεταβολισμού του ασβεστίου με την καλσιτριόλη,
ενώ στην εκκριτική του λειτουργία συμπεριλαμβάνονται η ρενίνη, οι προσταγλανδίνες
και οι κινίνες. Η παθογένεια του ουραιμικού συνδρόμου δεν έχει επακριβώς προσδιορισθεί, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν έχει μόνο ένα αίτιο. Η ουρία αυτή καθ' εαυτή είναι σχετικά μη τοξική, αλλά ο προσδιορισμός της στο αίμα θεωρείται ο καλύτερος απλός εργαστηριακός δείκτης για την πιθανότητα ορισμένα συμπτώματα να έχουν ουραιμική προέλευση, αφού τα επίπεδα της σχετίζονται με την ουραιμική συμπτωματολογία. Έτσι η μείωση των πρωτεϊνών της τροφής, σε συνδυασμό με την επαρκή θερμιδική πρόσληψη για να αποφευχθεί η νεογλυκογένεση, συχνά βελτιώνει τα ουραιμικά συμπτώματα, ενώ οι καταβολικές καταστάσεις συνήθως επιταχύνουν την εμφάνιση της ουραιμίας, σε επίπεδα μάλιστα GFR που φυσιολογικά δεν θα παρουσιαζόταν. Η αιμοκάθαρση, που απομακρύνει ικανοποιητικά πολλές ουσίες μικρού μοριακού βάρους διορθώνει τις μείζονες κλινικές εκδηλώσεις της ουραιμίας, αν και παραμένουν ορισμένες περισσότερο περίπλοκες διαταραχές (π.χ. νευροπάθεια) που σχετίζονται ίσως με τη λιγότερο ικανοποιητική απομάκρυνση των μέσου μοριακού βάρους ουσιών. Πάντως, παρά τις σημαντικές προόδους της τεχνολογίας, δεν έχει αποδειχθεί αιτιολογική συσχέτιση μεταξύ της τοξικής δράσεως των μέσου μοριακού βάρους ουσιών και των διαφόρων διαταραχών του ουραιμικού συνδρόμου. Επίσης, η χημική δομή των περισσοτέρων ουσιών μέσου μοριακού βάρους παραμένει αδιευκρίνιστη, όπως και ο ρόλος τους ως ουραιμικές τοξίνες. Οι κυριότεροι
μηχανισμοί που θεωρείται ότι συμβάλουν στην δημιουργία του ουραιμικού
συνδρόμου είναι: 2.
Κλινική Εικόνα - Εργαστηριακά Ευρήματα Περαιτέρω
απώλεια νεφρικής μάζας οδηγεί στο στάδιο της έκδηλης νεφρικής ανεπάρκειας,
οπότε παρατηρείται σημαντική αναιμία, υπερφωσφαταιμία και υπασβεστιαιμία,
όμως η υπερκαλιαιμία δεν είναι συνήθης. Το επόμενο στάδιο είναι το στάδιο
του ουραιμικού συνδρόμου, με συμπτωματολογία από τα διάφορα συστήματα,
γαστρεντερικό, καρδιαγγειακό, νευρικό, αιμοποιητικό, το δέρμα κ.λ.π.,
με κατάληξη το στάδιο της τελικής νεφρικής ανεπάρκειας, όπου η διατήρηση
του ασθενή στην ζωή είναι αδύνατη χωρίς υποκατάσταση της νεφρικής λειτουργίας. 2.1.
Υδατοηλεκτρολυτκές Διαταραχές Έτσι, ο νεφρός των ουραιμικών για να αποβάλει το ημερήσιο ωσμωτικό φορτίο οδηγείται σε υποχρεωτική αποβολή νερού, με αποτέλεσμα πολυουρία και νυκτουρία. Επίσης, με την πρόοδο της νεφρικής ανεπάρκειας το ανώτερο όριο αποβολής νερού μειώνεται, αν και η αραιωτική ικανότητα διατηρείται ικανοποιητικά. Οι διαταραχές του ύδατος και των ηλεκτρολυτών ευθύνονται για ποικίλες εκδηλώσεις, που συνήθως είναι μη ειδικές. Στους περισσότερους ασθενείς με σταθεροποιημένη ΧΝΑ παρατηρείται αύξηση του ολικού νατρίου και νερού του σώματος, αν και μπορεί να μην υπάρχουν αντικειμενικά σημεία αυξήσεως του όγκου του εξωκυτταρίου υγρού. Η αυξημένη πρόσληψη νατρίου συμβάλει στην δημιουργία ή την επιδείνωση συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, αρτηριακής υπερτάσεως, ασκίτη ή οιδήματος. Από την άλλη πλευρά, η υπονατριαιμία και η αύξηση του σωματικού βάρους είναι τα αποτελέσματα της αυξημένης προσλήψεως νερού, διαταραχές που στους περισσότερους ασθενείς είναι ήπιες και ασυμπτωματικές. Η υπονατριαιμία μπορεί να εκδηλωθεί κλινικά με ναυτία, εμετούς, ανορεξία, σύγχυση, σπασμούς και κώμα. Η υπερνατριαιμία είναι ασυνήθης. Επειδή οι ασθενείς με ΧΝΑ έχουν διαταραχές στους μηχανισμούς κατακρατήσεως νατρίου και νερού, όταν παρουσιάσουν αυξημένες εξωνεφρικές απώλειες υγρών (εμετοί, διάρροιες, πυρετός) είναι επιρρεπείς στην ανάπτυξη συμπτωματικής υποογκαιμίας. Η υποογκαιμία χαρακτηριστικά προκαλεί επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, με αποτέλεσμα ένας σταθεροποιημένος και ασυμπτωματικός ασθενής με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια να αναπτύξει συμπτωματολογία προχωρημένης ουραιμίας. Στους ασθενείς με ΧΝΑ μπορεί να παρουσιαστεί υπερκαλιαιμία, αλλά σπάνια είναι υπεύθυνη για κλινική συμπτωματολογία, εκτός εάν ο GFR μειωθεί σημαντικά ή υπάρχει αυξημένο φορτίο καλίου από ενδογενείς (αιμόλυση, τραύμα, φλεγμονή) ή εξωγενείς (διατηρημένο αίμα, φάρμακα) πηγές. Κλινικά χαρακτηρίζεται από έντονη μυϊκή αδυναμία, βραδυκαρδία και ο ασθενής κινδυνεύει από διαταραχές του καρδιακού ρυθμού. Υπερκαλιαιμία μπορεί να προκληθεί, στους ασθενείς με ΧΝΑ, και από την αιφνίδια πτώση του pH του αρτηριακού αίματος, αφού η οξέωση συνοδεύεται από μετακίνηση καλίου από το ενδοκυττάριο στο εξωκυττάριο υγρό. Η υποκαλιαιμία είναι ασυνήθης στους ασθενείς με ΧΝΑ, παρατηρείται όμως σε πάσχοντες από διαμεσοσωληναριακές νεφροπάθειες μετά από έντονη θεραπεία με διουρητικά ή σε περιπτώσεις εξωνεφρικών απωλειών καλίου και χαρακτηρίζεται από μυϊκή αδυναμία, ανορεξία, εμετούς, ταχυκαρδία και συγχυτική κατάσταση. Στην προχωρημένη ΧΝΑ μειώνεται η ημερήσια αποβολή οξέων και η παραγωγή ρυθμιστικών συστημάτων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μεταβολική οξέωση. Δύο τύποι οξεώσεως έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς με ΧΝΑ. Η υπερχλωραιμική οξέωση (με φυσιολογικό χάσμα ανιόντων), η οποία παρουσιάζεται σχετικά νωρίς στην πορεία της νεφρικής ανεπάρκειας και είναι ήπια και η μεταβολική οξέωση με αυξημένο χάσμα ανιόντων, που οφείλεται στη συσσώρευση φωσφορικών, θειικών και άλλων ανιόντων, τα οποία δε μετρούνται στο συνήθη εργαστηριακό προσδιορισμό. 2.2.
Νεφρική Οστεοδυστροφία Τα αυξημένα επίπεδα της παραθορμόνης στο αίμα προκαλούν τελικά κυστική ινώδη οστείτιδα. Επίσης, η κατακράτηση του φωσφόρου εμποδίζει την δράση του νεφρικού ενζύμου 1α-υδροξυλάση που μετατρέπει την 25 (ΟΗ) D σε 1,25 (ΟΗ)2 D, με αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση της παραγωγής της καλσιτριόλης και της εντερικής απορροφήσεως του ασβεστίου και επιπλέον επιδείνωση της υπασβεστιαιμίας. Όμως, παρά την υπασβεστιαιμία, τα συμπτώματα τετανίας είναι σπάνια, εκτός εάν ο ασθενής λάβει μεγάλη ποσότητα αλκάλεος (η οξέωση αυξάνει τον ιονισμό του ασβεστίου). Η μεταβολική οστική νόσος των ασθενών με ΧΝΑ ονομάζεται νεφρική οστεοδυστροφία και διακρίνεται σε νεφρική οστεοδυστροφία με αυξημένο οστικό μεταβολισμό (οστική νόσος του δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού ή κυστική ινώδης οστείτιδα) και νεφρική οστεοδυστροφία με μειωμένο οστικό μεταβολισμό (οστεομαλακία και αδυναμική οστική νόσος). Στην οστεομαλακία, η διαταραχή του ρυθμού εναποθέσεως αλάτων ασβεστίου είναι πιο έκδηλη από τη μείωση του ρυθμού παραγωτής οστού, ενώ στην αδυναμική οστική νόσο η κύρια διαταραχή είναι η μεγάλη μείωση του ρυθμού παραγωγής οστού, που συνοδεύεται από μείωση του ρυθμού εναποθέσεως αλάτων ασβεστίου. Η ανάπτυξη της οστεοδυστροφίας εμπλέκει τη συνδυασμένη δράση της υπερφωσφαταιμίας, της μεταβολικής οξεώσεως, της υπασβεστιαιμίας, του δευτεροπαθούς υπερπαραθυροειδισμού και του μειωμένου αριθμού των υποδοχέων της καλσιτριόλης, σε συνδυασμό με τα χαμηλά επίπεδα της ορμόνης στο αίμα. Η θεραπεία
της υπερφωσφαταιμίας με αντιόξινα που περιέχουν αργίλιο έχει αποδειχθεί
ότι συμβάλει στην οστεομαλακία, αφού η εναπόθεση του στο οστεοειδές
εμποδίζει την ασβέστωση του. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να μην
υπάρχει κυστική ινώδης οστείτιδα, αφού τα υψηλά επίπεδα του αργιλίου
εμποδίζουν την έκκριση παραθορμόνης. Επίσης το αργίλιο μπορεί να μειώνει
την ανταπόκριση των οστών στην παραθορμόνη. Η υποφωσφαταιμία δεν είναι
συχνή και συνήθως είναι αποτέλεσμα υπερβολικής χορηγήσεως σκευασμάτων
που δεσμεύουν το φωσφόρο. Τέλος, επειδή το μαγνήσιο του ορού τείνει
να αυξάνει στην ΧΝΑ, θα πρέπει να αποφεύγονται αντιόξινα και καθαρκτικά
που περιέχουν μαγνήσιο. 2.3.
Μεταβολικές Διαταραχές Άλλοι πιθανοί μηχανισμοί είναι, το ενδοκυττάριο έλλειμμα καλίου, η μεταβολική οξέωση, τα αυξημένα επίπεδα της γλυκαγόνης και διαφόρων άλλων ορμονών (παραθορμόνη, κατεχολαμίνες, αυξητική ορμόνη, προλακτίνη), όπως επίσης και οι χιλιάδες τοξικοί μεταβολίτες που κατακρατούνται στη ΧΝΑ. Η πλειοψηφία των ασθενών με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια είναι σε καταβολισμό και ευρίσκεται σε αρνητικό ισοζύγιο αζώτου. Η σύνθεση των πρωτεϊνών διατηρείται σχεδόν φυσιολογική στα αρχικά στάδια της ΧΝΑ, αλλά όσο εξελίσσεται η νεφρική ανεπάρκεια προοδευτικά μειώνεται. Το πρωτεϊνικό περιεχόμενο των μυών μπορεί να είναι κατώτερο του φυσιολογικού, ενώ η αλβουμίνη, η τρανσφερίνη και το συστατικό C3 του συμπληρώματος, που είναι αξιόπιστοι δείκτες της καταστάσεως θρέψεως, είναι συχνά χαμηλά. Η κακή διατροφή, η αντίσταση στην ινσουλίνη, η μεταβολική οξέωση και η μειωμένη ανταπόκριση στην αυξητική ορμόνη έχουν ενοχοποιηθεί για τις διαταραχές του μεταβολισμού των πρωτεϊνών. Διαταραχές
του μεταβολισμού των λιπιδίων παρατηρούνται από τα αρχικά στάδια της
εξελισσόμενης νεφρικής νόσου, παραμένουν σε όλη τη διάρκεια της νεφρικής
ανεπάρκειας και έχουν μέτρια μόνο συσχέτιση με τη βαρύτητα της. Η χαρακτηριστική
διαταραχή είναι κυρίως η αύξηση των τριγλυκεριδίων, ενώ παρατηρείται
και ήπια αύξηση της ολικής χοληστερόλης. Η υπερτριγλυκεριδαιμία είναι
αποτέλεσμα μάλλον του μειωμένου καταβολισμού των VLDL παρά της αυξήσεως
της συνθέσεως τους. Η δράση της λιποπρωτεϊνικής λιπάσης είναι ελαττωμένη
στην ουραιμία, με αποτέλεσμα την μειωμένη μετατροπή των VLDL σε LDL.
Η σύνθεση των VLDL στους ουραιμικούς ασθενείς διαφέρει από το φυσιολογικό,
ενώ τα επίπεδα της απολιποπρωτεΐνης-Β, που είναι ιδιαίτερα αθηρωματογόνος,
είναι αυξημένα περίπου στους μισούς ασθενείς με ΧΝΑ. Υπάρχουν ενδείξεις
ότι η ανεπάρκεια ή η αντίσταση στην ινσουλίνη συμβάλει στη μειωμένη
λιπολυτική δράση, ενώ τα αυξημένα επίπεδα παραθορμόνης και η ανεπάρκεια
της καρνιτίνης έχουν ενοχοποιηθεί επίσης για τις διαταραχές των λιπιδίων.
Η κατακράτηση ουρικού οξέος είναι συνήθης στους ασθενείς με ΧΝΑ, αλλά
σπανίως προκαλεί συμπτώματα ουρικής αρθρίτιδας. 2.4.
Διαταραχές των Ενδοκρινών Αδένων Η δράση της αυξητικής ορμόνης επιτυγχάνεται με τη μεσολάβηση των σωματομεδινών, η δραστικότητα των οποίων είναι μειωμένη στην ΧΝΑ λόγω αυξημένης συνδέσεως τους με τις πρωτεΐνες και την παρουσία ουσιών που αναστέλλουν τη δράση τους. Έτσι, δικαιολογείται σε ένα βαθμό η μείωση της αναπτύξεως που παρατηρείται στα παιδιά με ουραιμία και η ανταπόκριση τους στις φαρμακολογικές δόσεις τις εξωγενώς χορηγούμενης ορμόνης. Στους ασθενείς με ΧΝΑ, οι διαταραχές της λειτουργίας του θυρεοειδούς είναι συχνή. Η ελεύθερη θυροξίνη είναι συνήθως φυσιολογική, αν και η ενσωμάτωση του ιωδίου από τον θυρεοειδή μπορεί να είναι ελαττωματική. Η τριιωδοθυρονίνη είναι μειωμένη λόγω της μειωμένης περιφερικής μετατροπής της θυροξίνης σε τριιωδοθυρονίνη, όπως συμβαίνει χαρακτηριστικά και σε άλλα χρόνια νοσήματα. Η TSH είναι φυσιολογική, αλλά η ανταπόκριση στην TRH είναι παθολογική. Η παρουσία βρογχοκήλης είναι αυξημένη, σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Τα ευρήματα αυτά, αν και συνιστούν μια κατάσταση σχετικού υποθυρεοειδισμού δεν συνοδεύονται από την αναμενόμενη μείωση του βασικού μεταβολισμού, που είναι φυσιολογικός στους ασθενείς με ΧΝΑ. 2.5.
Νευρολογικές Διαταραχές Η περιφερική νευροπάθεια είναι συχνή επιπλοκή της προχωρημένης ΧΝΑ. Είναι τυπικά συμμετρική και αρχικά η αισθητική διαταραχή υπερέχει της κινητικής, τα κάτω άκρα συμμετέχουν περισσότερο από τα άνω, όπως και τα άπω τμήματα από τα εγγύς. Εκδηλώνεται κλινικά με παραισθησίες, αδυναμία, διαταραχές της παλαισθησίας, κατάργηση των εν τω βάθει αντανακλαστικών και υπαισθησία. Μπορεί να παρατηρηθεί ακόμα παραπάρεση με πλήρη αδυναμία μετακινήσεως. Αντικειμενικά ανευρίσκεται μείωση στις ταχύτητες αγωγιμότητας των νεύρων. Εκδήλωση της νευροπάθειας είναι και το "σύνδρομο των ανήσυχων ποδών", που χαρακτηρίζεται από αίσθημα ανησυχίας στα πόδια κατά την ανάπαυση, το οποίο βελτιώνεται με την κίνηση και το περπάτημα. Αν και η παθογένεια της ουραιμικής νευροπάθειας δεν έχει διευκρινισθεί, έχουν ενοχοποιηθεί διάφορες ουραιμικές τοξίνες, μεταξύ των οποίων και η παραθορμόνη. Μυϊκές βιοψίες σε ουραιμικούς ασθενείς έχουν δείξει κατά προτίμηση ατροφία των τύπου II μυϊκών ινών, που είναι πλούσιες σε γλυκολυτικά ένζυμα, σε άμεση σχέση με την ουραιμική νευροπάθεια. Η μυϊκή συμμετοχή εκδηλώνεται με εύκολη κόπωση, αδυναμία, ατροφία, ευερεθιστικότητα και κράμπες. Στις διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος συμπεριλαμβάνονται η ορθοστατική υπόταση, η μείωση της παραγωγής του ιδρώτα ενώ η αυτόνομη νευροπάθεια μπορεί να συμβάλει και στην ανικανότητα των ανδρών. 2.6.
Δερματολογικές Εκδηλώσεις 2.7.
Αιματολογικές Διαταραχές Ο βασικός παράγοντας στην αναιμία των ασθενών με ΧΝΑ είναι η μειωμένη παραγωγή ερυθροκυττάρων λόγω ανεπαρκούς παραγωγής ερυθροποιητίνης από τον πάσχοντα νεφρό. Συμβάλλουν ακόμα η παρουσία κυκλοφορούντων αναστολέων της ερυθροποιήσεως και η μειωμένη επιβίωση των ερυθροκυττάρων. Μεταβολές της κυτταρικής μεμβράνης και των ενδοκυτταρικών ενζύμων, που ανευρίσκονται στους ουραιμικούς, ευθύνονται για τη μειωμένη επιβίωση. Ο αριθμός των λευκοκυττάρων είναι φυσιολογικός και αυξάνει ανάλογα στις λοιμώξεις. Εν τούτοις, η φαγοκυτταρική ικανότητα των λευκοκυττάρων είναι διαταραγμένη. Ήπια λεμφοπενία παρατηρείται στους ασθενείς με ΧΝΑ και ο αριθμός των κυκλοφορούντων Τ κυττάρων είναι μειωμένος. Η δραστηριότητα των κατασταλτικών κυττάρων φαίνεται να είναι αυξημένη, ενώ των βοηθητικών είναι μειωμένη. Ο λόγος των Τ4 προς Τ8 λεμφοκυττάρων μπορεί να είναι μειωμένος. Τα αίτια αυτών των αλλαγών δεν είναι σαφή. Στους ασθενείς με ΧΝΑ έχουν βρεθεί διαταραχές και της χυμικής και της κυτταρικής ανοσίας, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν ευαισθησία σε λοιμώξεις. 2.8.
Εκδηλώσεις από το Κυκλοφορικό Ο παράγοντας που συμβάλει περισσότερο στην αρτηριακή υπέρταση των ουραιμικών είναι η κατακράτηση νατρίου και νερού. Κάποιου βαθμού συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια παρατηρείται συχνά στους ουραιμικούς ασθενείς. Η υπερφόρτωση με υγρά και ο αυξημένος ενδαγγειακός όγκος, που αποδίδονται στην κανονική διαιτητική πρόσληψη νατρίου και νερού σε έδαφος μειωμένης απεκκριτικής ικανότητας είναι χωρίς αμφιβολία η κύρια αιτία, αλλά η συσχέτιση της με την καρδιακή ανεπάρκεια δεν είναι απόλυτη. Συνηθέστερα τα αίτια είναι πολυπαραγοντικής προελεύσεως και η καρδιακή ανεπάρκεια είναι συνέπεια της αρτηριακής υπερτάσεως, της αναιμίας, των ηλεκτρολυτικών διαταραχών (υπερκαλιαιμία, υπασβεστιαιμία) και της οξεώσεως. Έτσι, αν και η καρδιακή ανεπάρκεια ανταποκρίνεται στον διαιτητικό περιορισμό του νατρίου και τα διουρητικά, ο ρόλος των άλλων παραγόντων δεν πρέπει να υποεκτιμάται. Η μείωση της αρτηριακής πιέσεως και η διόρθωση της οξεώσεως και της υπερκαλιαιμίας μπορεί να έχουν εντυπωσιακά ευεργετική δράση στη γενική κατάσταση των ασθενών, όπως και στην καρδιακή λειτουργία. Συχνά εμφανίζονται σημαντικές ανωμαλίες του καρδιακού ρυθμού, που είναι αποτέλεσμα των ηλεκτρολυτικών διαταραχών ή/και της στεφανιαίας νόσου. Η υπερκαλιαιμία, η υπομαγνησιαιμία, η υπασβεστιαιμία και η σοβαρή οξέωση είναι συνήθης επιπλοκές της νεφρικής ανεπάρκειας και μπορεί να έχουν αιτιολογικό ρόλο στην γένεση των ανωμαλιών του καρδιακού ρυθμού. Μετά τη χορήγηση διουρητικών μπορεί να εμφανιστεί υπομαγνησιαιμια και υποκαλιαιμία, που προδιαθέτουν σε τοξική δράση της δακτυλίτιδας. Η συχνότητα των αρρυθμιών αυξάνει με την παρουσία δυσλειτουργίας της αριστεράς κοιλίας ή στεφανιαίας νόσου. Στους ασθενείς με ΧΝΑ υπάρχουν σημαντικοί παράγοντες αθηρωματώσεως, όπως είναι η αρτηριακή υπέρταση και η υπερλιπιδαιμία. Επίσης ο δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός με εναποθέσεις ασβεστίου στα αγγεία μπορεί να συμβάλει στη διάχυτη αγγειακή νόσο σ' αυτούς τους ασθενείς. Η ουραιμική περικαρδίτιδα σχετίζεται με την προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια και παρετηρείτο περίπου στους μισούς ασθενείς που πέθαιναν από ουραιμία πριν την εφαρμογή της εξωνεφρικής καθάρσεως. Είναι μια άσηπτη φλεγμονή με μικρή σχετικά ποσότητα υγρού με ινική. Παρουσιάζεται συχνά πόνος στο πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα και η περικαρδιακή τριβή μπορεί να προηγείται του πόνου, αλλά και να επιμένει μετά την υποχώρηση του. Η τριβή μπορεί να επιμένει και σε περίπτωση επιπωματισμού, ενώ αιμορραγική διήθηση, αν και σπάνια, έχει αναφερθεί. Η εφαρμογή της εξωνεφρικής καθάρσεως μετέβαλε την δυσμενή πρόγνωση της περικαρδίτιδας. 2.9.
Εκδηλώσεις από το Αναπνευστικό Η κεντρική κατανομή του υγρού μπορεί να είναι δευτερογενής, λόγω της μεταβολικής οξεώσεως που συχνά συνυπάρχει. Ο υπεραερισμός λόγω της οξεώσεως ανοίγει κατά προτίμηση τις περιφερικές κυψελίδες και προλαμβάνει τη συγκέντρωση του υγρού περιφερικά. Επίσης, η οξέωση προκαλεί σύσπαση των περιφερικών αρτηριολίων του πνεύμονα και μπορεί έτσι να συμβάλει στις χαρακτηριστικές κεντρικές σκιάσεις. Ινώδης πλευρίτιδα, πλευριτικός πόνος και ήχος τριβής έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς με ΧΝΑ. Όπως και στην περικαρδίτιδα, το υγρό μπορεί να είναι αιμορραγικό. Συνήθως η πλευρίτιδα και η περικαρδίτιδα συνυπάρχουν στον ίδιο ασθενή. 2.10.
Εκδηλώσεις από τη Στοματικά Κοιλότητα Διογκώσεις των σιελογόνων αδένων και των παρωτίδων, συχνότερες παλαιότερα που η νεφρική ανεπάρκεια αντιμετωπιζόταν καθυστερημένα ή καθόλου, είναι αρκετά σπάνιες σήμερα. Αντίθετα λοιμώξεις από Candida Albicans ή άλλους μύκητες, καθώς και ιογενείς λοιμώξεις (π.χ. απλός έρπης), παρατηρούνται αρκετά συχνά. Οι στοματίτιδες από αυτούς τους λοιμογόνους παράγοντες μπορεί να επεκταθούν από την στοματική κοιλότητα προς το φάρυγγα και τον οισοφάγο. Στα παιδιά που εμφανίζουν νεφρική ανεπάρκεια πριν την ανάπτυξη της οδοντοφυΐας, η ουραιμία έχει ενοχοποιηθεί για υποπλασία της αδαμαντίνης και αποχρωματισμό των οδόντων. Από τις αλλοιώσεις που έχουν περιγραφεί στις γνάθους στους ασθενείς με ΧΝΑ, συχνότερη είναι η μερική μέχρι και πλήρης απώλεια της lamina dura, που από μερικούς ερμηνεύεται ως εκδήλωση υποπεριοστικής οστεαπορροφήσεως. 2.11.
Γαστρεντερικές Διαταραχές Στις περισσότερες
περιπτώσεις η παθολογοανατομική εξέταση του γαστρεντερικού συστήματος
αποκαλύπτει ανωμαλίες του βλεννογόνου, που χαρακτηρίζονται από οίδημα,
υπεραιμία των τριχοειδών, αγγειοδυσπλασίες, πολλαπλές αβαθείς επιφανειακές
εξελκώσεις και αιμορραγικές και νεκρωτικές βλάβες. Η αιμορραγική διάθεση
της ουραιμίας και η παρουσία των εστιακών βλαβών ευθύνονται για τις
αιμορραγίες από το γαστρεντερικό σύστημα που παρατηρούνται στους ουραιμικούς.
Αν και η παθογένεια αυτών των βλαβών δεν έχει επακριβώς προσδιοριστεί,
φαίνεται να σχετίζονται με τα επίπεδα της ουρίας στο αίμα. Η παγκρεατίτιδα
που συχνά ανευρίσκεται στις νεκροτομές είναι σπάνια σημαντικό κλινικό
πρόβλημα. Μέτρια αύξηση της αμυλάσης παρατηρείται συχνά στους ασθενείς
με ΧΝΑ και θεωρείται δευτεροπαθής, λόγω της μειωμένης αποβολής της με
τα ούρα. 3.
Διαγνωστική Προσπέλαση - Πορεία -Πρόγνωση Μετά την αντιμετώπιση των δυνητικά αναστρέψιμων παραγόντων και τον προσδιορισμό της σταθερής νεφρικής ανεπάρκειας, ακολουθεί λεπτομερής διαγνωστική προσέγγιση του ασθενούς. Το ιστορικό μπορεί να αποκαλύψει συγγενή νεφρική πάθηση, που συμπεριλαμβάνει την ανάγκη θεραπείας υποκαταστάσεως της νεφρικής λειτουργίας σε μέλη της οικογένειας ή συστηματικό νόσημα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης. Οι περισσότεροι ασθενείς με χρόνια σπειραματονεφρίτιδα δεν έχουν ιστορικό οξέος νεφριτιδικού συνδρόμου, ενώ η νεφρική νόσος ως πρώτη εκδήλωση του σακχαρώδους διαβήτη είναι σπάνια. Οι πλειοψηφία των ασθενών με σπειραματικού επιπέδου πρωτεϊνουρία συνεχίζει να αποβάλλει μεγάλα ποσά πρωτεΐνης και σε προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια, αλλά η πρωτεϊνουρία μειώνεται σημαντικά στα τελικά στάδια. Ασθενείς
με εξελισσόμενη πρωτοπαθή διαμεσοσωληναριακή νεφρική νόσο, ειδικά κυστεοουρητηρική
παλινδρόμηση και νεφροπάθεια από αναλγητικά, μπορούν να αναπτύξουν δευτεροπαθή
εστιακή σπειραματοσκλήρυνση με συνοδό σπειραματικού επιπέδου πρωτεϊνουρία,
ως μέρος του συνδρόμου της προσαρμογής του νεφρώνα. Το υπερηχογράφημα
των νεφρών είναι μια απλή και ασφαλής εξέταση και μπορεί να χρησιμοποιηθεί
στο βασικό έλεγχο. Όμως, σε ορισμένους ασθενείς, στους οποίους για την
ειδική διάγνωση είναι αναγκαία η απεικόνιση των λεπτομερειών του πυελοκαλυκικού
συστήματος μπορεί να απαιτηθεί η διενέργεια ενδοφλέβιας πυελογραφίας
και τότε θα πρέπει να συνεκτιμηθούν τα μειονεκτήματα της μεθόδου συμπεριλαμβανομένης
και της νεφροτοξικότητας των σκιαγραφικών. Οι νεφρικοί λίθοι συνήθως
αποκαλύπτονται με την απλή ακτινογραφία νεφρών - ουρητήρων - κύστεως
ή το υπερηχογράφημα. Η νεφραγγειακής αιτιολογίας χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
παρουσιάζεται σε αυξανόμενο ποσοστό στους ηλικιωμένους ασθενείς με αρτηριακή
υπέρταση, διάχυτη αθηρωμάτωση και νεφρική ανεπάρκεια αλλά η αγγειογραφία
των νεφρικών αγγείων θα πρέπει να πραγματοποιείται σε αυστηρά επιλεγμένους
ασθενείς. Σκοπός
της παρακολουθήσεως των ασθενών με ΧΝΑ είναι ο έλεγχος της εξελίξεως
της προς το ΤΣΧΝΑ και η επιβράδυνση ή η αναστολή της, όπου είναι δυνατόν.
Επίσης, επιβάλλεται η ανακάλυψη και η θεραπεία των επιπλοκών της ΧΝΑ
και της πρωτοπαθούς νόσου, αλλά και η ανίχνευση της ενάρξεως των συμπτωμάτων
της ουραιμίας για να προετοιμαστεί ο ασθενής για την εφαρμογή της θεραπείας
υποκαταστάσεως της νεφρικής λειτουργίας, όταν αυτό κριθεί απαραίτητο.
Η γνώση της φυσικής πορείας της υποκείμενης νόσου θα επιτρέψει στις
περισσότερες περιπτώσεις τη σωστή και αξιόπιστη πρόβλεψη της προσεγγίσεως
του ΤΣΧΝΑ. Απ' όλες τις μορφές ΧΝΑ, η εξέλιξη είναι ταχύτερη στις περιπτώσεις
με τη μικρότερη κάθαρση κρεατινίνης κατά τη διάγνωση και όταν υπάρχει
βαρεία πρωτεϊνουρία. Ο υπολογισμός του GFR μέσω της καθάρσεως κρεατινίνης οδηγεί σε υπερεκτίμηση του, λόγω του ότι η κρεατινίνη εκτός της σπειραματικής διηθήσεως απομακρύνεται σε μικρό ποσοστό (10 έως 15%) και με σωληναριακή έκκριση. Η υπερεκτίμηση είναι μεγαλύτερη, όσο βαρύτερη είναι η νεφρική ανεπάρκεια. Έμμεσος προσδιορισμός του GFR γίνεται χρησιμοποιώντας το αντίστροφο της κρεατινίνης ορού διαχρονικά ή εφαρμόζοντας εμπειρικούς τύπους με βάση την κρεατινίνη του ορού. Συσχετίζοντας διαδοχικές μετρήσεις της αντίστροφης τιμής της κρεατινίνης του ορού ως προς τον χρόνο, προκύπτει μια γραμμική συσχέτιση σε ασθενείς με διαφορετικές νεφρικές παθήσεις. Η γραμμική αυτή συσχέτιση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα για όλες τις παθήσεις και είναι περισσότερο αντιπροσωπευτική στις διαμεσοσωληναριακές νεφροπάθειες. Έχοντας αρκετές μετρήσεις με την πάροδο του χρόνου και προϋποθέτοντας ότι η εξέλιξη της νεφρικής βλάβης είναι σταθερή, μπορεί να υπολογισθεί, με προσέγγιση μηνών, ο χρόνος που ο ασθενής με ΧΝΑ θα χρειαστεί υποκατάσταση της νεφρικής λειτουργίας. Τα τελευταία χρόνια, ορισμένοι ερευνητές, υιοθέτησαν το χρονικό διάστημα που απαιτείται για να διπλασιασθεί η κρεατινίνη ορού, προκειμένου να μελετήσουν την επίδραση μιας θεραπείας στην επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. 4.
Βασική Θεραπευτική Αγωγή Η γνήσια υποογκαιμία χαρακτηρίζεται από απώλεια ενδαγγειακού και εξωκυπαρίου υγρού και έχει ως αποτέλεσμα δίψα, φυσικά σημεία αφυδατώσεως και μείωση του ρυθμού σπειραματικής διηθήσεως. Η άμεση διόρθωση του όγκου, είτε από το στόμα, είτε ενδοφλεβίως, είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της νεφρικής λειτουργίας και την πρόληψη νεφρικής βλάβης. Η μείωση του δραστικού όγκου αίματος μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας λόγω ανεπαρκούς σπειραματικής διηθήσεως. Ο εξωκυττάριος όγκος μπορεί να είναι φυσιολογικός ή και αυξημένος. Στα αίτια μειώσεως του δραστικού όγκου αίματος περιλαμβάνονται η συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και υπολευκωματιναιμικές καταστάσεις (κίρρωση του ήπατος, νεφρωσικό σύνδρομο). Η θεραπεία των ασθενών με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να έχει συγκεκριμένους στόχους. Πρώτος στόχος είναι η βελτίωση της λειτουργίας των κοιλιών είτε με ινότροπη διέγερση, είτε με τροποποίηση του προφορτίου και του μεταφορτίου, προκειμένου να επιτευχθεί ικανοποιητικό κλάσμα εξωθήσεως. Ο δεύτερος στόχος είναι η μείωση της πιέσεως πληρώσεως της καρδιάς, ώστε να βελτιωθεί η λειτουργική ικανότητα του ασθενή και η ποιότητα ζωής. Ο τρίτος στόχος, ο οποίος επιτυγχάνεται μέσω ορισμένων νέων θεραπευτικών τεχνικών, είναι η βελτίωση της επιβιώσεως του ασθενή. Η ακριβής προσέγγιση στη θεραπεία κάθε συγκεκριμένου ατόμου εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από τα ειδικά αίτια και τα παθοφυσιολογικά χαρακτηριστικά. Οι ουρολοιμώξεις αποτελούν σπανία αιτία επιδεινώσεως της νεφρικής λειτουργίας, όταν δεν συνοδεύονται από κώλυμα στη ροή των ούρων λόγω ουρολογικών ή νευρολογικών αιτίων, με εξαίρεση τους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Εάν υπάρχει υποψία ουρολοιμώξεως, θα πρέπει να γίνεται μικροσκοπική εξέταση των ούρων και να λαμβάνεται ουροκαλλιέργεια από το μέσο της ουρήσεως. Θα πρέπει, επίσης, να γίνεται έλεγχος για προδιαθεσικούς παράγοντες, όπως είναι η νεφρολιθίαση, η λιθίαση της ουροδόχου κύστεως και η χρόνια προοτατίτιδα στους άνδρες. Οι λοιμώξεις είναι συχνότερες στους ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, λόγω των διαταραχών της κυτταρικής και της χυμικής ανοσίας που αυτή συνεπάγεται. Άλλοι παράγοντες που μπορεί να προδιαθέτουν σε λοιμώξεις είναι η οξέωση, η κακή ρύθμιση του σακχάρου στους διαβητικούς ασθενείς, η ανεπαρκής διατροφή, οι βλάβες των βλεννογόνων και η χρήση ορισμένων φαρμάκων. Οι λοιμώξεις μπορεί να προκαλέσουν περαιτέρω μείωση της νεφρικής λειτουργίας όταν επιπλέκονται από υποογκαιμία και σηπτικό shock. Δυστυχώς, η διάγνωση μπορεί να είναι δυσκολότερη στους ουραιμικούς, αφού σ' αυτούς η άνοδος της θερμοκρασίας μπορεί να είναι μικρή ή οι ασθενείς αυτοί να μην παρουσιάζουν καθόλου πυρετό. Η ταχεία
μείωση της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να είναι το πρώτο σημείο αποφράξεως
και συνοδού ουρολοιμώξεως, στην οποία και προδιαθέτει. Η θεραπεία έγκειται
στην ταχεία άρση του κωλύματος, αφού συχνά, το ενδεχόμενο αποκαταστάσεως
της νεφρικής λειτουργίας είναι αντιστρόφως ανάλογο προς τη διάρκεια
της αποφράξεως. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στις περιπτώσεις
μετα-αποφρακτικής πολυουρίας, η οποία μπορεί να συμβεί μετά την άρση
κωλύματος. Η πολυουρία αυτή συνοδεύεται από την αποβολή μεγάλων ποσοτήτων
νατρίου, καλίου, μαγνησίου και άλλων ηλεκτρολυτών. Αν και συνήθως είναι
αυτοπεριοριζόμενη, οι απώλειες των ηλεκτρολυτών και του ύδατος μπορεί
να είναι σημαντικές και να οδηγήσουν σε υποκαλιαιμία, ή υπερνατριαιμία,
υπομαγνησιαιμία και / ή μείωση του εξωκυτταρίου υγρού και περιφερική
κυκλοφορική ανεπάρκεια. Οι υπάρχουσες μελέτες υποδεικνύουν τον σημαντικό ρόλο της αντιυπερτασικής αγωγής στην επιβράδυνση του ρυθμού εξελίξεως της νεφρικής βλάβης. Η συστηματική αρτηριακή πίεση θα πρέπει να ελέγχεται για να μειωθεί και ο κίνδυνος για καρδιαγγειακή νόσο αλλά και ο ρυθμός εξελίξεως της νεφρικής βλάβης. Η ιδανική ρύθμιση δεν έχει ακόμα επακριβώς προσδιοριστεί, όμως σε ασθενείς με πρωτεϊνουρία μεγαλύτερη από 1 g/ημερησίως, ικανοποιητική ρύθμιση θεωρούνται τα επίπεδα 125 / 75 mm Hg, ενώ σε ασθενείς χωρίς πρωτεϊνουρία τα επίπεδα 135 / 85 mm Hg. Σε ότι αφορά τις πρωτεΐνες της τροφής, τα οφέλη από τον περιορισμό τους παραμένουν γενικά ασαφή, αφού απαιτούνται μελέτες μεγαλύτερης διάρκειας από τις υπάρχουσες. Προς το παρόν συνιστάται δίαιτα που περιέχει λεύκωμα 0,60 έως 0,75 g/kg σωματικού βάρους ημερησίως, αν και παραμένουν σημαντικά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν (σε ποιο επίπεδο νεφρικής ανεπάρκειας πρέπει να αρχίσει ο περιορισμός των πρωτεϊνών; ισχύουν οι ίδιες δίαιτες και για τα δύο φύλα; ποιο είδος πρωτεΐνης είναι καλύτερο; κ.λ.π.). Η μείωση των πρωτεϊνών της τροφής συνιστάται και ως μέτρο μειώσεως των ουραιμικών συμπτωμάτων στους ασθενείς με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια. Τέλος σε ότι αφορά την σημασία της υπερλιπιδαιμίας στην παθογένεια της εξελισσόμενης νεφρικής ανεπάρκειας, τα στοιχεία είναι ανεπαρκή, αν και υπάρχουν δεδομένα που υποδεικνύουν πιθανό ρόλο της υπερχοληστεριναιμίας. Συνιστάται κατ' αρχάς μείωση της πρωτεϊνουρίας αφού αυτή συμβάλει στην υπερλιπιδαιμία. Επίσης, λαμβάνοντας υπ' όψη την υψηλή επίπτωση της καρδιαγγειακής νόσου στους ασθενείς με εξελισσόμενη νεφρική νόσο, φαίνεται σωστό να μειώνεται ο βαθμός της υπερλιπιδαιμίας, ειδικά στους ασθενείς με αθηρωματικό λιπιδαιμικό προφίλ. Βιβλιογραφία |