Η νεφρική μεταμόσχευση είναι η θεραπεία εκλογής για τους ασθενείς σε τελικό στάδιο χρονίας νεφρικής ανεπαρκείας. Εν τούτοις, η μεγάλη έλλειψη πτωματικών νεφρών έχει εμποδίσει την ευρεία διάδοση αυτής της θεραπευτικής μεθόδου και αυτό είναι ίσως το σοβαρότερο εμπόδιο που αντιμετωπίζει σήμερα η νεφρική μεταμόσχευση. Ετσι, οι ιατροί χρησιμοποιούν μοσχεύματα από δότες που μπορεί να έχουν ξεπεράσει τα όρια των προδιαγραφών λόγω μεγάλης ηλικίας ή αγγειακής νόσου. Η χρήση αυτών των μοσχευμάτων αυξάνει τις πιθανότητες καθυστερημένης λειτουργίας του νεφρού και χειρότερης μακροπρόθεσμης έκβασης της νεφρικής μεταμόσχευσης. Αν
και οι περισσότερες μεταμοσχεύσεις στις ανεπτυγμένες χώρες γίνονται με
την χρήση πτωματικών μοσχευμάτων, οι ζώντες συγγενείς δότες αποτελούν
μια σημαντική πηγή νεφρών. Υπάρχει, όμως, μία μεγάλη διακύμανση στις διάφορες
χώρες. Για παράδειγμα: ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το 27%
των μεταμοσχευμένων νεφρών προέρχεται από ζώντες συγγενείς δότες, στην
Γαλλία το ποσοστό αυτό φθάνει μόλις το 4%. Η έλλειψη των μοσχευμάτων φαίνεται
χαρακτηριστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής όπου ο αριθμός των
ατόμων που περιμένουν για νεφρική μεταμόσχευση αυξήθηκε από 17.938 ασθενείς
το 1990 σε 24.973 στις 31 Δεκεμβρίου 1993. Ο αριθμός των πτωματικών δοτών
το 1990 ήταν 4.152 και παρέμεινε έκτοτε σχεδόν σταθερός. Ετσι, είναι σαφές
ότι εάν δεν αυξηθεί ο αριθμός των νεφρικών μοσχευμάτων Σε
πρόσφατη μελέτη από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής παρουσιάζονται
τα αποτελέσματα νεφρικών μεταμοσχεύσεων από μη συγγενείς ζώντες δότες
σε 97 μεταμοσχευτικά κέντρα. Η τριετής επιβίωση ήταν 85% για τους νεφρούς
από 368 συζύγους, 81% για τους νεφρούς από 129 ζώντες μη συγγενείς δότες,
82% για τους νεφρούς από 3.368 γονείς και 70% για 43.341 πτωματικούς νεφρούς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιστοσυμβατότητα HLA επηρέαζει θετικά τα αποτελέσματα των πτωματικών μεταμοσχεύσεων νεφρού. Ομως, όπως αναφέρουν οι Αμερικάνοι επιστήμονες στην μελέτη τους, αν και η ιστοσυμβατότητα καθόριζε τα αποτελέσματα σε κάθε υποομάδα που μελετήθηκε, νεφροί από ζώντες μη συγγενείς δότες με πλήρη ασυμβατότητα ή πενιχρή συμβατότητα λειτούργησαν τόσο καλά όσο και νεφροί από ιστοσυμβατούς πτωματικούς δότες ή ζώντες συγγενείς δότες με απλότυπική ταυτότητα στην πρώτη μεταμόσχευση. Επιπλέον, οι διαφορές στην επιβίωση μεταξύ των μοσχευμάτων από διδύμους με πλ'ήρη ιστοσυμβατότητα (90%),ζώντες μη συγγενείς δότες (συζύγους 85%) και από γονείς (81%) ήταν μικρές τα τρία χρόνια , υποδεικνύοντας ότι τα μοσχεύματα από ζώντες μη συγγενείς δότες επιβιώνουν εξ ίσου καλά με τα μοσχεύματα από συγγενείς, παρά την χειρότερη συμβατότητα. Η
μικρότερη περίοδος της νεφρικής ισχαιμίας δεν φαίνεται να εξηγεί τα καλύτερα
αποτελέσματα στους δέκτες μοσχευμάτων από ζώντες μη συγγενείς δότες, όμως
οι διαφορές στην επιβίωση μεταξύ νεφρών ααό ζώντες και πτωματικούς δότες
μειώνονται όταν εξαιρεθούν οι νεφροί με καθυστερημένη λειτουργία. Αυτό
υποδεικνύει ότι υπεύθυνες για την καθυστερημένη λειτουργία των πτωματικών
νεφρών στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η δυσλειτουργία του οργάνου
πριν την αφαίρεσή του ή μια αδιάγνωστη προϋπάρχουσα νόσος. Πάντως, σύμφωνα
με την γνώμη των Αμερικανών επιστημόνων, τα υψηλά ποσοστά επιβιώσεως των
νεφρών από συζύγους και άλλους μη συγγενείς δότες αποδίδονται στο γεγονός
ότι αυτά τα μοσχεύματα ήταν απολύτως υγιή. |