Το 1912, για πρώτη φορά ο Trendelenburg ανεγνώρισε το μαγνήσιο ως δυνητικό βρογχοδιασταλτικό, όταν παρατήρησε σε αγελάδες, χάλαση των λείων μυϊκών ινών των βρόγχων, μετά χορήγηση του. Στην συνέχεια, περί τα τέλη της δεκαετίας του '30, δημοσιεύτηκαν μελέτες σε ανθρώπους, οι οποίες υποδείκνυαν ότι η ενδοφλέβια χορήγηση μαγνησίου μπορεί να βελτιώσει τον συριγμό και την δύσπνοια σε ασθματικούς ασθενείς. Εν τούτοις, αυτές οι μελέτες αφορούσαν μικρό αριθμό ασθενών και δεν συνοδεύτηκαν από μετρήσεις της πνευμονικής λειτουργίας. Τα
τελευταία έτη, αρκετοί ερευνητές μελέτησαν διάφορες ομάδες ασθενών με
άσθμα, από ήπιας ή μέτριας βαρύτητας νόσο, έως σοβαρή οξεία παρόξυνση
που απαιτεί άμεση παρέμβαση. Στους ασθενείς αυτούς χορηγήθηκε μαγνήσιο
και οι αλλαγές, οι οποίες προκλήθηκαν στην πνευμονική λειτουργία, μετρήθηκαν
και καταγράφηκαν. Ορισμένοι προσπάθησαν να συσχετίσουν την ενδοφλέφια
χορήγηση μαγνησίου με τη μείωση των εισαγωγών, ενώ ανοικτό έμεινε το θέμα
της βρογχοδιασταλτικής δράσεως του μαγνησίου σε ασθενείς με χρόνιο άσθμα.
Επίσης, ερωτηματικά παρέμεναν, σχετικά με την επίδραση της ένδειας μαγνησίου,
στην αντιδραστικοτητα των αεραγωγών και την πνευμονική λειτουργία. Η
πρώτη διπλή τυφλή μελέτη αφορούσε 135 ασθματικούς ασθενείς, ηλικίας 18
έως 65 ετών και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ενδοφλέβια χορήγηση θειικού
μαγνησίου μειώνει τις εισαγωγές και βελτιώνει την πνευμονική λειτουργία
σε ασθενείς με σοβαρό οξύ άσθμα, αλλά δεν βοηθά ιδιαίτερα τους ασθενείς
με μέτριας βαρύτητας άσθμα. Οι συγγραφείς θεωρούν ότι τα αποτελέσματα
της μελέτης τους, ερμηνεύουν σε ένα βαθμό τα αντικρουόμενα δεδομένα της
βιβλιογραφίας, αφού ο διαχωρισμός των ασθενών σε δύο ομάδες, σοβαρό και
μέτριας βαρύτητος άσθμα, έκανε δυνατή την καταγραφή του θετικού αποτελέσματος
της χορηγήσεως του θειικού μαγνησίου στους ασθενείς με σοβαρό οξύ άσθμα. Η τρίτη μελέτη αφορούσε τυχαίο δείγμα πληθυσμού, το οποίο απετελείτο από 2.633 άτομα, ηλικίας 18 έως 70 ετών, στα οποία προσδιορίστηκε η διαιτητική πρόσληψη του μαγνησίου με ημιποσοτική μέθοδο, η πνευμονική λειτουργία και η αλλεργία με την χρήση δερματικών tests. Μετά την διόρθωση για την ηλικία, το φύλο, το ύφος, την επίδραση της αλλεργίας και του καπνίσματος, βρέθηκε ότι η κατά 100 mg μεγαλύτερη ημερησία πρόσληψη μαγνησίου συσχετίζεται με καλύτερη πνευμονική λειτουργία και μείωση της σχετικής πιθανότατος για υπεραντιδραστικότητα των αεραγωγών. Αυτή η διαφορά στην πρόσληψη μαγνησίου συσχετίζεται επίσης με μείωση της πιθανότητος συριγμού, σύμφωνα με όσα δήλωσαν τα άτομα της μελέτης, τους τελευταίους 12 μήνες. Ετσι, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η πρόσληψη μαγνησίου σχετίζεται αυτόνομα με την πνευμονική λειτουργία, την επίπτωση της υπεραντιδραστικότητας των αεραγωγών και τον αναφερόμενο συριγμό στον γενικό πληθυσμό και ότι η χαμηλή πρόσληψη μαγνησίου μπορεί να εμπλέκεται στην αιτιολογία του άσθματος και της χρονιάς, αποφρακτικής νόσου των αεραγωγών. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι οι μελέτες αυτές δίδουν αρκετά στοιχεία για την σχέση μαγνησίου και άσθματος. Όμως, για να υπάρξουν σαφή συμπεράσματα, χρειάζονται περισσότεροι δεδομένα με προσδιορισμό της συνολικής καταστάσεως του μαγνησίου στον οργανισμό. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι σε πολύ πρόσφατη μελέτη, το μαγνήσιο των πολυμορφοπύρηνων βρέθηκε, σημαντικά χαμηλό σε ασθματικούς ασθενείς. |