Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και αρτηριακή υπέρταση (Μέρος Τρίτο)
(8 Μαίου 1996)

Διάφορες ερμηνείες έχουν προταθεί για το γεγονός ότι, ενώ η επιτυχής αντίυπερτασική αγωγή μειώνει κατά 38% τον κίνδυνο για ΑΕΕ, η μείωση του κινδύνου για στεφανιαία νόσο είναι μόνο 16%. Αυτή η μικρή αλλά σημαντική μείωση μπορεί να σχετίζεται με τυχαία γεγονότα. Αν όμως η μικρότερη μείωση του κινδύνου για στεφανιαία νόσο δεν είναι παιχνίδι της τύχης, τότε μπορεί να υποδεικνύει ότι κάποιες χρόνιες εξεργασίες, όπως οι αθηροσκληρυντικές βλάβες οι οποίες επιταχύνονται από την αυξημένη αρτηριακή πίεση, είναι σημαντικές για την στεφανιαία νόσο.

Επίσης, υπάρχει η άποψη ότι η θεραπευτική αγωγή μπορεί να έχει σημαντικές καρδιοτοξικές παρενέργειες οι οποίες περιορίζουν αλλά δεν εξαφανίζουν την μείωση της στεφανιαίας νόσου.
Τα φάρμακα τα οποία κυρίως χρησιμοποιήθηκαν στις διάφορες μελέτες είναι τα διουρητικά και οι β-αποκλειστές. Τα θειαξιδικά διουρητικά προκαλούν δοσοεξαρτώμενη πτώση του καλίου του ορού, η οποία συνδέθηκε σημαντικά με στεφανιαία επεισόδια σε ορισμένες μελέτες. Όμως, αν και έχουν προταθεί διάφοροι αρρυθμιογόνοι μηχανισμοί, κανείς δεν φαίνεται να έχει συγκεκριμμένη σχέση. Υπάρχουν, επίσης, ενδείξεις ότι τα διουρητικά μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της ολικής και της LDL χοληστερίνης κατά 3 έως 5%. Αλλά στις δύο μεγαλύτερες τυχαιοποιημένες μελέτες αντίυπερτασικής αγωγής με μακροχρόνια χορήγηση διουρητικών, η αύξηση της χοληστερίνης ήταν μόνο 1%. Σύμφωνα δε με στοιχεία από μελέτες μειώσεως της χοληστερίνης, η κατά 1% υψηλότερη χοληστερίνη σχετίζεται με περίπου 2% περισσότερη στεφανιαία νόσο στα πέντε χρόνια.

Οι β-αποκλειστές σε μακροχρόνια χρήση δεν φαίνεται να προκαλούν σημαντικές διαταραχές στο κάλιο του ορού και την ολική χοληστερίνη. Τέλος, κάποιες άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες της αντίυπερτασικής αγωγής δεν μπορούν να αποκλειστούν αλλά δεν υπάρχουν από τις μελέτες σαφή στοιχεία για κάποια τοξική δράση ή έστω καθυστέρηση της δράσεως της αντίυπερτασικής αγωγής στην μείωση της στεφανιαίας νόσου.
Η ύπαρξη σχέσεως με την μορφή J μεταξύ της υπό αγωγή αρτηριακής πιέσεως και της επιπτώσεως του εμφράγματος του μυοκαρδίου στους υπερτασικούς ασθενείς έχει αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με αυτή την άποψη η μείωση της αρτηριακής πιέσεως σε επίπεδα χαμηλότερα από 80 mmHg για την διαστολική μπορεί να προκαλέσει ισχαιμία του μυοκαρδίου. Υπέρ αυτής της απόψεως είναι το στοιχείο ότι ο κορεσμός του οξυγόνου στο φλεβικό αίμα των σφαγιτίδων είναι υψηλότερος από τον κορεσμό του οξυγόνου στο αίμα του στεφανιαίου κόλπου. 'Ετσι, όταν η αρτηριακή πίεση μειώνεται κάτω από το όριο της αυτορρυθμίσεως, ο εγκέφαλος έχει κατ1αρχάς την δυνατότητα να διατηρεί φυσιολογικό μεταβολισμό, λαμβάνοντας περισσότερο οξυγόνο από το αίμα.

Αυτός ο μηχανισμός δεν είναι διαθέσιμος στο μυοκάρδιο και οι υποενδοκαρδιακές στοιβάδες είναι ενδεχόμενο να απειλούνται με ισχαιμία όταν μειώνεται σημαντικά η αρτηριακή πίεση. Όμως, παρά την ύπαρξη στοιχείων ενισχυτικών αυτής της υποθέσεως, δεν θεωρείται πιθανή.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι απαιτούνται περισσότερες και μεγαλύτερες διαρκείς μελέτες για να ερμηνεύσουν την διαφορά στην μείωση του κινδύνου μεταξύ ΑΕΕ και στεφανιαίας νόσου. Είναι, πάντως, ενδεχόμενο, η μικρή σχετικά διάρκεια των μελετών και η πολυπαραγοντικότητα της στεφανιαίας νόσου να σχετίζονται με αυτή την ασυμφωνία.
Είναι σαφές από τα προαναφερθέντα ότι η ΑΥ αποτελεί τον ισχυρότερο τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου για ΑΕΕ. Δεν θα πρέπει όμως να υποεκτιμώνται και οι άλλοι παράγοντες.

Το κάπνισμα αποτελεί ισχυρό παράγοντα κινδύνου για θρομβοεμβολικό και αιμορραγικό ΑΕΕ. Μεταανάλυση επιδημιολογικών μελετών έδειξε ότι ο σχετικός κίνδυνος των καπνιστών για ΑΕΕ σε σύγκριση με τους μη καπνιστές είναι 1,51 και ότι είναι μεγαλύτερος στις γυναίκες από όσο στους άνδρες. Το ποσοστό των ΑΕΕ το οποίο αποδίδεται στο κάπνισμα, δηλαδή τα ΑΕΕ που θα αποφεύγονταν αν δεν υπήρχε το κάπνισμα, υπολογίζεται σε 12%. Υπάρχει, επίσης, ανεξάρτητη θετική συσχέτιση μεταξύ σακχαρώδους διαβήτη και ΑΕΕ σε άνδρες και γυναίκες με σχετικό κίνδυνο για θρομβοεμβολικό ΑΕΕ 1,80 ενώ για το αιμορραγικό ΑΕΕ τα δεδομένα είναι ασαφή. Από το σύνολο των ΑΕΕ, το 2 με 5% αποδίδεται στον σακχαρώδη διαβήτη. Τέλος, το 15% περίπου του συνόλου των ΑΕΕ αποδίδεται στην παχυσαρκία.