Ασπιρίνη και Καρκίνος του Παχέος Εντέρου
(18 Οκτωβρίου 1995)

Τα τελευταία έτη έχουν παρουσιασθεί σημαντικές εξελίξεις στην κατανόηση των παθοφυσιολογικών μηχανισμών που σχετίζονται με τις αγγειακές αποφράξεις και έχει σημειωθεί μεγάλη πρόοδος στην κλινική εκτίμηση της δράσεως της ασπιρίνης και των άλλων αντιαιμοπεταλιακών παραγόντων. Η ασπιρίνη προκαλεί μακράς διαρκείας λειτουργική ανεπάρκεια των αιμοπεταλίων, η οποία μπορεί να ανιχνευθεί κλινικά με παράταση του χρόνου ροής και μειώνει την επίπτωση των αποφρακτικών καρδιαγγειακών επεισοδίων σε ασθενείς με διαφόρων βαθμών κίνδυνο. Αυτό φαίνεται να σχετίζεται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, με την διαρκή αδρανοποίηση από την ασπιρίνη της G/H συνθετάσης των προσταλγανδινών, η οποία καταλύει το πρώτο βήμα της συνθέσεως των προσταλγανδινών.
Η πρόοδος στην κατανόηση του μηχανισμού δράσεως της ασπιρίνης σε μοριακό επίπεδο, η αποσαφήνιση της κλινικής φαρμακολογικής δράσεως της στα αιμοπετάλια και ο κλινικός έλεγχος της αποτελεσματικότητάς της σε μικρές δόσεις έχουν οδηγήσει σε μείωση της ημερησίας δόσεως. Επί του παρόντος συνιστάται μία δόση εφόδου 200 έως 300 mg, η οποία ακολουθείται από ημερησία δόση 75 έως 100 mg, που βασίζεται στο γεγονός ότι η δόση αυτή είναι κλινικά εξ ίσου δραστική με τις υψηλές δόσεις και περισσότερο ασφαλής.

Σημαντικά στοιχεία, επίσης, υποδεικνύουν ότι η τακτική χρήση ασπιρίνης και άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου. Διάφορες καλά σχεδιασμένες μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει αρνητική συσχέτιση μεταξύ της χρήσεως ασπιρίνης και της εμφανίσεως καρκίνου του παχέος
εντέρου. Σε τρεις προοπτικές μελέτες βρέθηκε μικρότερος κίνδυνος αναπτύξεως καρκίνου του παχέος εντέρου και χαμηλότερη θνησιμότητα από την νόσο στους χρήστες ασπιρίνης. Οι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα που κάνουν τακτική χρήση ασπιρίνης και άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων έχουν μειωμένη επίπτωση όγκων του γαστρεντερικού συστήματος, ιδιαίτερα του στομάχου και του παχέος εντέρου, ενώ η SULFASALAZINE, ένα αντιφλεγμονώδες σαλικυλικό άλας, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου στους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα. Επιπλέον, η τακτική χρήση της ασπιρίνης σχετίζεται με χαμηλό κίνδυνο σποραδικών αδενωμάτων του παχέος εντέρου, που θεωρούνται πρόδρομοι των περισσοτέρων μη οικογενών καρκίνων.

Επειδή η επίδραση της δόσεως και της διαρκείας λήψεως της ασπιρίνης στον κίνδυνο αναπτύξεως καρκίνου του παχέος εντέρου δεν είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένη, σε πρόσφατη μελέτη, ομάδα ερευνητών από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής προσπαθεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα.
Στην μελέτη υπολογίστηκε η συχνότητα αναπτύξεως καρκίνου σύμφωνα .με τον αριθμό των συνεχών ετών τακτικής χρήσεως ασπιρίνης (δύο ή περισσότερα χάπια την εβδομάδα) μεταξύ γυναικών που ανέφεραν τακτική χρήση ασπιρίνης σε τρία συνεχή ερωτηματολόγια (1980,1982 και 1984) και συγκρίθηκε με την συχνότητα ιιεταξύ γυναικών που δήλωσαν ότι δεν χρησιμοποιούσαν ασπιρίνη. Στην μελέτη συμπεριελήφθησαν οι περιπτώσεις καρκίνου που συνέβησαν από το 1984 έως το 1992, δηλαδή τα οκτώ χρόνια μετά το τελευταίο ερωτηματολόγιο.

Από το 1984 έως το 1992 διαπιστώθηκαν 331 νέες περιπτώσεις καρκίνου του παχέος εντέρου στα 551.651 άτομα-έτη της παρακολουθήσεως. Οι γυναίκες που έπαιρναν σταθερά δύο ή περισσότερα χάπια ασπιρίνης δεν είχαν αξιοσημείωτη μείωση του κινδύνου για καρκίνο του παχέος εντέρου σε σύγκριση με αυτές που δεν έπαιρναν μετά τέσσερα έτη ή μετά πέντε έως. εννέα έτη. Παρουσιάστηκε μια ελαφρά μείωση του κινδύνου μεταξύ των γυναικών που έπαιρναν ασπιρίνη για δέκα έως δεκαεννέα έτη αλλά δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Εν τούτοις, υπήρξε στατιστικά σημαντική μείωση του κινδύνου για καρκίνο του παχέος εντέρου μετά είκοσι έτη σταθεράς χρήσεως ασπιρίνης. Η μεγίστη μείωση του κινδύνου παρουσιάστηκε μεταξύ των γυναικών που έπαιρναν τέσσερα έως έξι χάπια ασπιρίνης την εβδομάδα, ενώ υψηλότερες δόσεις φαίνεσαι ότι είχαν παρόμοια ευεργετικά αποτελέσματα. Ο έλεγχος για άλλους παράγοντες κινδύνου για καρκίνο του παχέος εντέρου, συμπεριλαμβανομένης της δίαιτας, δεν άλλαξε τα αποτελέσματα. Επίσης, η έγκαιρη διάγνωση και αφαίρεση των αδενωμάτων μεταξύ των χρηστών ασπιρίνης δεν επηρέασε τα αποτελέσματα αφού λιγότεροι πολύποδες αφαιρέθηκαν από τις γυναίκες που έπαιρναν ασπιρίνη.
Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι τέσσερεις έως έξι ασπιρίνες την εβδομάδα μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου. Είναι, πάντως, ασαφές εάν οι πολύ χαμηλές δόσεις (όπως 80 mg ημερησίως) που φαίνεται να είναι ικανές να προλάβουν την καρδιαγγειακή νόσο, μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου.

Προκαταρκτικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι 80 mg ασπιρίνης την ημέρα μπορούν να τροποποιήσουν σημαντικά τα επιθηλιακά επίπεδα της προσταλγανδίνης Ε2 και F2α του ορθού. Όμως, παραμένει άγνωστο εάν αυτή η μεταβολή συνοδεύεται με μείωση του κινδύνου. Σε κάθε περίπτωση απαιτούνται περισσότερες μελέτες σε αυτό τον τομέα για να επιβεβαιωθεί, η δράση της ασπιρίνης στον κίνδυνο αναπτύξεως καρκίνου του παχέος εντέρου αλλά και για να καθοριστεί η ελάχιστη δραστική δόση αφού, ως γνωστόν, οι παρενέργειες της ασπιρίνης εξαρτώνται σημαντικά και από την δοσολογία.