Τα τελευταία
έτη έχουν παρουσιασθεί σημαντικές εξελίξεις στην κατανόηση των παθοφυσιολογικών
μηχανισμών που σχετίζονται με τις αγγειακές αποφράξεις και έχει σημειωθεί
μεγάλη πρόοδος στην κλινική εκτίμηση της δράσεως της ασπιρίνης και των
άλλων αντιαιμοπεταλιακών παραγόντων. Η ασπιρίνη προκαλεί μακράς διαρκείας
λειτουργική ανεπάρκεια των αιμοπεταλίων, η οποία μπορεί να ανιχνευθεί
κλινικά με παράταση του χρόνου ροής και μειώνει την επίπτωση των αποφρακτικών
καρδιαγγειακών επεισοδίων σε ασθενείς με διαφόρων βαθμών κίνδυνο. Αυτό
φαίνεται να σχετίζεται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, με την διαρκή αδρανοποίηση
από την ασπιρίνη της G/H συνθετάσης των προσταλγανδινών, η οποία καταλύει
το πρώτο βήμα της συνθέσεως των προσταλγανδινών. Σημαντικά
στοιχεία, επίσης, υποδεικνύουν ότι η τακτική χρήση ασπιρίνης και άλλων
μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου του
παχέος εντέρου. Διάφορες καλά σχεδιασμένες μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα
ότι υπάρχει αρνητική συσχέτιση μεταξύ της χρήσεως ασπιρίνης και της εμφανίσεως
καρκίνου του παχέος Επειδή η
επίδραση της δόσεως και της διαρκείας λήψεως της ασπιρίνης στον κίνδυνο
αναπτύξεως καρκίνου του παχέος εντέρου δεν είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένη,
σε πρόσφατη μελέτη, ομάδα ερευνητών από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής
προσπαθεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Από το 1984
έως το 1992 διαπιστώθηκαν 331 νέες περιπτώσεις καρκίνου του παχέος εντέρου
στα 551.651 άτομα-έτη της παρακολουθήσεως. Οι γυναίκες που έπαιρναν σταθερά
δύο ή περισσότερα χάπια ασπιρίνης δεν είχαν αξιοσημείωτη μείωση του κινδύνου
για καρκίνο του παχέος εντέρου σε σύγκριση με αυτές που δεν έπαιρναν μετά
τέσσερα έτη ή μετά πέντε έως. εννέα έτη. Παρουσιάστηκε μια ελαφρά μείωση
του κινδύνου μεταξύ των γυναικών που έπαιρναν ασπιρίνη για δέκα έως δεκαεννέα
έτη αλλά δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Εν τούτοις, υπήρξε στατιστικά
σημαντική μείωση του κινδύνου για καρκίνο του παχέος εντέρου μετά είκοσι
έτη σταθεράς χρήσεως ασπιρίνης. Η μεγίστη μείωση του κινδύνου παρουσιάστηκε
μεταξύ των γυναικών που έπαιρναν τέσσερα έως έξι χάπια ασπιρίνης την εβδομάδα,
ενώ υψηλότερες δόσεις φαίνεσαι ότι είχαν παρόμοια ευεργετικά αποτελέσματα.
Ο έλεγχος για άλλους παράγοντες κινδύνου για καρκίνο του παχέος εντέρου,
συμπεριλαμβανομένης της δίαιτας, δεν άλλαξε τα αποτελέσματα. Επίσης, η
έγκαιρη διάγνωση και αφαίρεση των αδενωμάτων μεταξύ των χρηστών ασπιρίνης
δεν επηρέασε τα αποτελέσματα αφού λιγότεροι πολύποδες αφαιρέθηκαν από
τις γυναίκες που έπαιρναν ασπιρίνη. Προκαταρκτικά
στοιχεία υποδεικνύουν ότι 80 mg ασπιρίνης την ημέρα μπορούν να τροποποιήσουν
σημαντικά τα επιθηλιακά επίπεδα της προσταλγανδίνης Ε2 και F2α του ορθού.
Όμως, παραμένει άγνωστο εάν αυτή η μεταβολή συνοδεύεται με μείωση του
κινδύνου. Σε κάθε περίπτωση απαιτούνται περισσότερες μελέτες σε αυτό τον
τομέα για να επιβεβαιωθεί, η δράση της ασπιρίνης στον κίνδυνο αναπτύξεως
καρκίνου του παχέος εντέρου αλλά και για να καθοριστεί η ελάχιστη δραστική
δόση αφού, ως γνωστόν, οι παρενέργειες της ασπιρίνης εξαρτώνται σημαντικά
και από την δοσολογία. |