Αναιμία
(17 Απριλίου 1996)

Η αναιμία είναι μία από τις πλέον συνήθεις καταστάσεις τις οποίες συναντά ο κλινικός ιατρός στην καθ'ημέρα πράξη. Αποτελεί ένα από τα συχνότερα ευρήματα των νοσοκομειακών ασθενών και απαντάται σε όλες τις ιατρικές ειδικότητες. Παρά την εκρηκτική ανάπτυξη των τεχνικών υψηλής τεχνολογίας, κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών, το ιστορικό και η αντικειμενική εξέταση εξακολουθούν να αποτελούν την βάση για την διαφορική διάγνωση των αναιμιών. Ο ιατρός δεν πρέπει να περιορίζεται στην διάγνωση της φύσεως της αναιμίας (π.χ. σιδηροπενική, αιμολυτική, μεγαλοβλαστική), αλλά να ανακαλύπτει και την αιτιολογία της. Ο σαφής προσδιορισμός του αιτίου της αναιμίας είναι απαραίτητος για την αποτελεσματική θεραπευτική αγωγή.

Σε ότι αφορά την εργαστηριακή προσέγγιση του ασθενούς με αναιμία, ορισμένες από τις συνήθεις εργαστηριακές εξετάσεις όπως π.χ. ο σίδηρος του ορού, θεωρούνται πλέον αναξιόπιστες. Όμως, παρά την εξέλιξη της τεχνολογίας και την χρήση σύγχρονων αιματολογικών αναλυτών, η εξέταση του επιχρίσματος περιφερικού αίματος εξακολουθεί να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για την εργαστηριακή προσέγγιση του ασθενούς με αναιμία.

Τι είναι, όμως, αναιμία; Αναιμία είναι η κατάσταση κατά την οποία η τιμή της αιμοσφαιρίνης (Hb), του αιματοκρίτου (Ht) και ίσως ο αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων ευρίσκονται κατά μονάδα όγκου αίματος κάτω από τα φυσιολογικά όρια για το φύλο και την ηλικία του ατόμου. Οι φυσιολογικές τιμές της Hb και του Ht για τους ενήλικες άνδρες είναι 13,5 έως 18,0 g/dl και 40 έως 54% και για τις ενήλικες γυναίκες 11,5 έως 16,5 g/dl και 36 έως 47% αντίστοιχα. Σε φυσιολογικές συνθήκες υπάρχει ισορροπία παραγωγής και καταστροφής των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Αναιμία προκύπτει όταν διαταραχθεί αυτή η ισορροπία λόγω ελαττωμένης παραγωγής (π.χ. απλαστική αναιμία) ή αυξημένης απώλειας (π.χ. μηνορραγία) ή καταστροφής (π.χ. οξεία αιμόλυση). Σε περιπτώσεις οξείας αιμολύσεως, αν δεν υπάρχουν άλλες επιπλοκές και υπάρχει επάρκεια σιδήρου και φυλλικού, ο μυελός των οστών απαντά γρήγορα στην αναιμία. Σε αυτές τις καταστάσεις, η παραγωγή του μυελού των οστών μπορεί να αυξηθεί εντός δύο εβδομάδων στο τριπλάσιο ή τετραπλάσιο του φυσιολογικού ενώ κατά την διάρκεια παρατεταμένου stress αναιμίας η ερυθροποίηση αυξάνεται μέχρι και το οκταπλάσιο. Ο βίος των ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι φυσιολογικά 100 έως 120 ημέρες και καταστρέφονται στα κύτταρα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος, του σπληνός, ήπατος, μυελού των οστών κλπ. Η Hb η οποία απελευθερώνεται μεταβολίζεται σε χολοχρωστικές, σφαιρίνη και σίδηρο που επαναχρησιμοποιούνται.

Στην διαγνωστική διαδικασία, μετά το ιστορικό και την αντικειμενική εξέταση, είναι χρήσιμη η κατάταξη της αναιμίας με βάση την μορφολογία των ερυθρών και τους ερυθροκυτταρικούς δείκτες.
Η μέση πυκνότητα της αιμοσφαιρίνης (MCHC) προκύπτει από την Hb και τον Ht και οι φυσιολογικές τιμές της κυμαίνονται από 32 έως 35 g/dl. Ο μέσος όγκος των ερυθρών αιμοσφαιρίων (MCV) προκύπτει από τον Ht και τον αριθμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων και οι φυσιολογικές τιμές του κυμαίνονται από 85 έως 100 fl. Τέλος, η μέση περιεκτικότητα της αιμοσφαιρίνης ανά ερυθρό αιμοσφαίριο (ΜCΗ) προκύπτει από την Hb και τον αριθμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων και οι φυσιολογικές τιμές της κυμαίνονται από 27 έως 32 pg.
Με βάση τις ανωτέρω παραμέτρους, οι αναιμίες διακρίνονται σε:

  • Ορθοκυτταρικές (ΜCV = 85 έως 100 fl, ΜCHC = 32 έως 35%) π.χ. οξείες αιμολυτικές αναιμίες, αναιμίες από ανεπάρκεια του μυελού των οστών.
  • Μικροκυτταρικές (ΜCV < 85 fl, ΜCHC <30%) π.χ. αναιμίες από έλλειψη σίδηρου, σιδηροβλαστικές αναιμίες.
  • Μακροκυτταρικές (ΜCV > 100 fl, ΜCHC = 32 έως 35%, ΜCΗ > 100 pg) π.χ. μεγαλοβλαστικές αναιμίες, μη μεγαλοβλαστικές μακροκυτταρικές αναιμίες.

Σε αρκετές περιπτώσεις, η παθογένεια της αναιμίας μπορεί να εμπλέκει περισσότερες από μία διαταραχές, με παράδειγμα την αναιμία της χρονίας νόσου. Ως αναιμία χρονίας νόσου ορίζεται αναιμία ηπίας ή μετρίας βαρύτητος η οποία συνοδεύει συχνά λοιμώξεις, φλεγμονώδεις παθήσεις ή νεοπλασματικά νοσήματα που επιμένουν για περισσότερο από ένα ή δύο μήνες και δεν οφείλεται σε διήθηση του μυελού από καρκινικά κύτταρα, αιμορραγία ή αιμόλυση.

Αν και ο ακριβής μηχανισμός ο οποίος ευθύνεται για την αναιμία της χρονίας νόσου δεν έχει διευκρινισθεί, η παθογένεια της εστιάζεται σε τρεις κύριες διαταραχές:

  • (1) μειωμένη επιβίωση των κυκλοφορούντων ερυθρών αιμοσφαιρίων,
  • (2) μειωμένη, σε σχέση με τις ανάγκες, παραγωγή κυττάρων της ερυθράς σειράς από τον μυελό των οστών και
  • (3) διαταραχή στον μεταβολισμό του σιδήρου.

Ο ρόλος των μονοκυττάρων μακροφάγων είναι βασικός και στις τρεις αυτές διαταραχές και έχουν προκύψει σημαντικές πληροφορίες από την μελέτη του συστήματος των κυτταροκινών.
Είναι προφανές από τα ανωτέρω, ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση του ασθενούς με αναιμία είναι αδύνατη χωρίς την σωστή και λεπτομερή κλινική και εργαστηριακή μελέτη κάθε περιπτώσεως και την αποκάλυψη της φύσεως και του αιτίου αναιμίας.